Translate

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΩΛΚΟΣ - ΑΝΑΞ



ΙΩΛΚΟΣ
Μερική  άποψη από θέση Ανακασιά
Ανακασιά = Βασιλικά- εξ' ου και  = Ανάκτορον
==========================
βασιλεύς = παρά το βάσις είναι λαού , βάσις+λαός
άναξ = ο έχων την άνω τάξιν , και ο άνω άγων την δύναμιν του κράτους . 


Ανώτατος άρχοντας ενός μυκηναϊκού βασιλείου είναι ο wa-na-ka (ἄναξ). Η εξουσία του δεν στηρίζεται σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή προϊόντων και υπηρεσιών στα όρια του βασιλείου του, να οργανώνει πλούσια συμπόσια με πάνδημη συμμετοχή και να εξασφαλίζει την εύνοια των θεών με την οργάνωση και διεξαγωγή της λατρείας. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι αναγνωριζόταν και στον ίδιο θεϊκή υπόσταση, και εδώ φαίνεται η επίδραση της μινωικής ιδεολογίας της εξουσίας στη μυκηναϊκή. Ο wa-na-ka δεν φαίνεται να διεκδικούσε κύρος με την απόδοσή του στο πεδίο της μάχης, όπως οι ομηρικοί ή οι μακεδόνες βασιλείς αργότερα. Η αρχηγία του στρατού ήταν ίσως υπόθεση ενός άλλου ανώτατου αξιωματούχου, του ra-wa-ke-ta («αρχηγός του λαού», από το λαός + ἄγω), που εμφανίζεται δεύτερος στην ιεραρχία. Έτσι εξηγείται μια σημαντική ιδιομορφία των μυκηναϊκών βασιλείων, η αδιαφορία των αρχείων και της τέχνης για τον άνακτα ως άτομο, για το όνομα, την ιστορία και τη γενεαλογία του. Ένα σώμα ανώτατων πολεμιστών κοντά στον άνακτα αποτελούσαν οι e-qe-ta (ἐπέται, ακόλουθοι, σύντροφοι).
Ο τίτλος qa-si-re-u (βασιλεύς) υπάρχει στα μυκηναϊκά κράτη, η έννοιά του όμως είναι ασαφής και οπωσδήποτε δεν δηλώνει τον ανώτατο άρχοντα. qa-si-re-u είναι περισσότεροι από ένας στην Πύλο και ασχολούνται, σε μια περίπτωση, με την επιστασία χαλκουργών. Έχουν ίσως και θρησκευτικά καθήκοντα, όπως ο ἄρχων βασιλεύς στην Κλασική Περίοδο, καθώς και καθήκοντα τοπικού άρχοντα. Ο ko-re-te με βοηθό έναν po-ro-ko-re-te (περιέχει το πρόθεμα προ-) ηγείται ενός οικονομικού διαμερίσματος από τα 16 που είναι γνωστά στο βασίλειο της Πύλου σαν ένα είδος επάρχου (πρβλ. curator και procurator της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας).


ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ
Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας βρισκόταν ο άναξ (ή Wanax στη μυκηναϊκή γλώσσα, όπως διαβάστηκε σε επιγραφές Γραμμικής Β), αξίωμα που στηριζόταν στην κληρονομική διαδοχή, από τον πατέρα στο γιο. Αυτός κατείχε τεράστιες εκτάσεις γης και είχε νομοθετική, διοικητική και θρησκευτική εξουσία. Η κοινωνική ιεραρχία καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από ένα αυστηρό σύστημα γαιοκτησίας. Έτσι, αμέσως μετά τον άνακτα βρισκόταν η τάξη των αυλικών. Σε αυτούς ανήκαν κατά σειρά ο αρχηγός του στρατού -κατά τον Όμηρο- (lawagetas) και οι ιππείς (equeta), που ήταν στρατιωτικοί βασιλικοί ακόλουθοι. Ακολουθούσε το ιερατείο με τους τελεστές (telestas), οι οποίοι, όπως υποδεικνύει και η λέξη, ήταν θρησκευτικοί υπάλληλοι, που κατοικούσαν στο θρησκευτικό κέντρο (Pakijane) και, σύμφωνα με την κατοχή γης, βρίσκονταν αμέσως μετά τον lawagetas. Στο ιερατείο ανήκαν επίσης ιέρειες και ιερείς, που ήταν επικεφαλής των θρησκευτικών τελετών και διαχειρίζονταν τις περιουσίες των ιερών.

Οι δήμοι-διοικητικές επαρχίες (damo)   λειτουργούσαν με ιεραρχική σειρά: ο βασιλιάς (qasireu), ο οποίος ήταν τοπικός αρχηγός επαρχίας, οι τοπικοί άρχοντες (koretai) και οι υπάλληλοι των δήμων που ήταν διορισμένοι από το βασιλιά (damokoro). Τελευταία ήταν η τάξη των δούλων (doera), που δούλευαν για ιδιώτες ή για τα ανάκτορα.

Ο μυκηναϊκός πολιτισμός ήταν φανερά επηρεασμένος από τον μινωικό σε πολλούς τομείς, όπως η θρησκεία, η τέχνη και η οικονομία. Ωστόσο, αν και στην αρχή ακολούθησε τα μινωικά πρότυπα σχεδόν κατά πόδας, στη συνέχεια διαμόρφωσε τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αφήνοντας τη μυκηναϊκή σφραγίδα ανεξίτηλη στο χρόνο. Αυτό οφειλόταν στο ότι οι Μυκήνες ήταν δέκτης καταιγιστικών επιθέσεων, όπως μαρτυρεί και η κυκλώπεια οχύρωση σε αντίθεση με τη μινωική Κρήτη όπου επικρατούσαν ειρηνικές συνθήκες διαβίωσης. Η συνεχόμενη απειλή διαμόρφωσε έναν πιο αυστηρό, πιο απόλυτο και πιο συντηρητικό μυκηναϊκό πολιτισμό, με άμεση επίδραση, όπως ήταν φυσικό, σε όλους τους τομείς του.

ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για τη μυκηναϊκή λατρεία τοποθετούνται χρονικά στην εποχή των λακκοειδών τάφων (1750-1500 π.Χ.). Ωστόσο, η θρησκεία απέκτησε σταθερή μορφή από το 1400 μέχρι το 1060 π.Χ. Θρησκευτικά οικοδομήματα δεν έχουν σωθεί, εκτός από το «θρησκευτικό κέντρο» που βρίσκεται στις Μυκήνες. Οι τελετουργίες (δεήσεις, θυσίες, πομπές, τελετουργικοί χώροι) γίνονταν στη φύση, σε πρόχειρες κατασκευές. Οι θεότητες στις οποίες πίστευαν οι Μυκηναίοι, σύμφωνα με τις επιγραφές των πινακίδων που σώζονται, ήταν ο Δίας (di-we), η Ήρα (e-ra), ο Ερμής (e-ma-a), ο Άρης (a-re), ο Ποσειδώνας (po-se-da-o-ne), ο Διόνυσος (di-wo-nu- so), ο Απόλλωνας (a-pe-ro), οι οποίοι προέρχονταν από το ελληνικό δωδεκάθεο. Στη μυκηναϊκή τέχνη συχνά συναντάται και μια γυναικεία μορφή -η οποία σχετίζεται με τη «μητέρα θέα» των Μινωιτών-, η Πότνια, που παρουσιάζεται με διάφορες μορφές ως Πότνια Θηρών ή ως Πότνια Αθηνά (a-ta-na-po-ti-ni-ja). Τα βασικά λατρευτικά αντικείμενα των Μυκηναίων ήταν μικρά χειροποίητα ανθρωπόμορφα ειδώλια από πηλό σε σχήμα Φ και Ψ (ανάλογα με τη στάση που είχαν κάθε φορά τα χέρια τους, μαζεμένα στο στήθος ή προτεταμένα ψηλά προς τον ουρανό). Σημαντικό ρόλο στις θρησκευτικές τελετουργίες έπαιζε η μουσική, η οποία μέσω των ύμνων διαμόρφωνε το θρησκευτικό συναίσθημα και ταυτόχρονα κάλυπτε τους ανεπιθύμητους ήχους των θυσιών. Αρκετά στοιχεία έχουμε στη διάθεσή μας για τα ταφικά έθιμα και ιδίως για την ταφική αρχιτεκτονική. Οι τρεις τύποι τάφων που επικρατούσαν ήταν: 1. ο λακκοειδής, 2. ο λαξευτός θαλαμοειδής και 3. ο θολωτός.

Μέσα στους τάφους τοποθετούσαν κτερίσματα, δηλαδή κοσμήματα, όπλα, αγγεία, εργαλεία και λατρευτικά αντικείμενα.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Η οικονομία στη μυκηναϊκή κοινωνία ακολούθησε ανοδική πορεία από την εποχή των λακκοειδών τάφων, όταν το εμπόριο άρχισε να ακμάζει. Το 14ο αιώνα π.Χ. απέκτησε αυστηρά συγκεντρωτικό χαρακτήρα, όταν χτίστηκαν τα ανάκτορα που αποτέλεσαν το κέντρο της οικονομικής διοίκησης. Το ανάκτορο λειτουργούσε: α. ως κέντρο συγκέντρωσης και αναδιανομής του αγροτικού πλεονάσματος, β. ως κέντρο επίβλεψης και διαχείρισης των αγροτικών περιφερειών, γ. ως κέντρο ελέγχου του διεθνούς εμπορίου. Το μυκηναϊκό εμπόριο επεκτάθηκε από την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο έως την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, περιορίζοντας σιγά σιγά την εμπορική επικράτηση των Μινωιτών. Τα προϊόντα που εισήγαγαν ήταν ελεφαντόδοντο από την Αίγυπτο και τη Συρία, χαλκός από την Κύπρο, κασσίτερος από τη Βρετανία ή το Αφγανιστάν, ορεία κρύσταλλο από την Κύπρο. Τα εξαγώγιμα προϊόντα ήταν κυρίως το ελαιόλαδο, το αρωματικό λάδι, το κρασί, η ξυλεία, τα βιοτεχνικά προϊόντα -κυρίως όπλα-, καθώς και μισθοφόροι τους οποίους συχνά έστελναν σε ξένες χώρες και σε αντάλλαγμα αγόραζαν δούλους.


ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ
Η μυκηναϊκή τέχνη μέχρι το 1400 π.Χ. ήταν βαθιά επηρεασμένη από τη μινωική. Στη συνέχεια οι Μυκηναίοι διαμόρφωσαν την τέχνη τους σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού τους. Στις τοιχογραφίες ακολουθούσαν την τεχνική της νωπογραφίας (οι ζωγραφικές συνθέσεις ζωγραφίζονταν πάνω σε νωπό ασβεστοκονίαμα). Στα εργαστήρια είχαν αναπτυχθεί ακόμα οι τέχνες της κεραμικής, της υφαντικής, της ελεφαντουργίας (κατασκευή αντικειμένων από την κατεργασία χαυλιοδόντων ελεφάντων και δοντιών ιπποπόταμου), της λιθοτεχνίας, της σφραγιδογλυφίας, της μεταλλοτεχνίας και της γλυπτικής. Η επίσημη μυκηναϊκή γραφή, στην οποία είναι γραμμένες οι επιγραφές των πινακίδων που σώθηκαν, ήταν η Γραμμική Β. Η γραφή αυτή αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τους Βέντρις (M.Ventris) και Τσάντγουικ (J.Chadwick), οι οποίοι με έκπληξη διαπίστωσαν ότι τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β σχημάτιζαν λέξεις που είχαν πολλές ομοιότητες με τις ελληνικές. Τα κείμενα που βρέθηκαν γραμμένα στις πήλινες πινακίδες ήταν κυρίως απογραφές αποθηκών.


Οι Μυκηναίοι ζούσαν σε φρούρια με χοντρά τείχη σε χαμηλούς λόφους οι οποίοι πρόσφεραν φυσική προστασία. Σ' αυτά ζούσαν μόνον ο βασιλιάς με την οικογένεια του, οι ευγενείς και οι απαραίτητοι τεχνίτες. Ο απλός λαός ζούσε έξω από το κάστρο σε οικισμούς επάνω στους γειτονικούς λόφους. Η ανώτερη τάξη ζούσε σε σπίτια κτισμένα σύμφωνα με την οικονομική τους κατάσταση. Το παλάτι, στην κορυφή του λόφου, ήταν το μεγαλύτερο οίκημα. Το προστάτευαν χοντρά τείχη ορθωμένα και εντός του κάστρου σε περίπτωση ανταρσίας και προδοσίας. Η Μυκηναϊκή ανώτερη τάξη ήταν οργανωμένη ιεραρχικά. Ο βασιλιάς, ο Άναξ, ήταν επί κεφαλής και αυτό σήμαινε ότι ήταν το πιο σημαντικό πρόσωπο. (Πίνακες της Γραμμικής Β). Ο Όμηρος, ο οποίος αναφέρεται στην Όψιμη Εποχή του Ορείχαλκου, περιγράφει μια κοινωνία στην οποία οι ευγενείς παίζουν τον κύριο ρόλο. Η Μυκηναϊκή κοινωνία μπορεί κάλλιστα να ονομαστεί "φεουδαρχική" γιατί ο Μυκηναίος άναξ ήταν υπεράνω όλων των βασιλέων, δηλαδή, των τοπικών αρχόντων του. 

Έτσι, τα Μυκηναϊκά κάστρα ήταν πολιτικά/ διοικητικά κέντρα στα οποία έμεναν ο βασιλιάς και οι Μυκηναίοι ευγενείς. Τα κάστρα και τα παλάτια στην Κρήτη ήταν και εμπορικά κέντρα. Περιείχαν αποθήκες και οι πίνακες της Γραμμικής Β δείχνουν ότι τα εμπορεύματα και τα προϊόντα διακινούνται με την εποπτεία του Μυκηναϊκού παλατιού. Ως προς τη θρησκεία, στο παλάτι της Κνωσσού είχαν εισχωρήσει θρησκευτικά στοιχεία και κυρίως στο δυτικό μισό τμήμα του. Το ίδιο συνέβη και στα παλάτια της ενδοχώρας. Υπήρχαν διάφορες αίθουσες τις οποίες χρησιμοποιούσαν σαν χώρους λατρείας καθώς και τοιχογραφίες που απεικονίζουν τις θρησκευτικές τελετές. Το "παλάτι του Νέστορος" στην Πύλο, για παράδειγμα, περιείχε ένα ναό της Πότνιας θεάς και έναν υπαίθριο βωμό. Οι Μυκηναίοι εισέβαλαν στην Κρήτη και στην Ελληνική ενδοχώρα το 1600 π.Χ. Επέβαλαν τη δύναμη τους σθεναρά και έβαλαν τη σφραγίδα τους στον αυτόχθονα πολιτισμό. Αντίστοιχα, όμως, και οι ίδιοι επηρεάστηκαν από τον Μινωικό πολιτισμό στην Κρήτη. Οι Μυκηναίοι στην Κνωσσό εξουσίαζαν την Κρήτη έως το 1400 π.Χ., όπως και την κυρίως χώρα. Μετά, όμως, την καταστροφή της Κνωσσού οι Μυκηναίοι της ενδοχώρας πήραν την εξουσία. Στα Μυκηναϊκά παλάτια, μετά το 1400, κτίστηκε σε σύνθετη μορφή η αίθουσα του θρόνου. Από τον πήλινο βωμό, τον μεγάλο και στρογγυλό, τον φτιαγμένο με ζωγραφισμένες στρώσεις από μαρμαροκονίαμα και μερικές μαρκαρισμένες με κορδόνι, στην αίθουσα του θρόνου, ο οποίος ήταν κτισμένος ακριβώς απέναντι από τον θρόνο και από τους αγωγούς, οι οποίοι ήταν κοντά στον θρόνο και τους χρησιμοποιούσαν για τις σπονδές , μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Άναξ ήταν ο ιερέας - βασιλιάς. Ο Όμηρος μαρτυρεί την ύπαρξη ιερέων- βασιλέων ανάμεσα στους Μυκηναίους. (Οδυσ. III 417- 163• 393-394). 
Εκτός από το παλάτι - ναό, την οικία - χώρο λατρείας και τον υπαίθριο βωμό, οι Μυκηναίοι είχαν και κτίσματα ειδικά φτιαγμένα για θρησκευτικούς σκοπούς, όπως το κέντρο λατρείας στο δυτικό μισό τμήμα της Ακρόπολης των Μυκηνών. Οι Μυκηναϊκοί θόλοι, όπως και οι θρακικοί θολωτοί τάφοι που προέρχονται από τους Μυκηναϊκούς, είχαν κατασκευαστεί κάτω από λόφους και διέφεραν σε μέγεθος, σχέδιο, μεθόδους κτισίματος και υλικό. Οι Μυκηναίοι έκτισαν τους τάφους- κυψέλες σύμφωνα με τους Κρήτες αλλά άλλαξαν τον τρόπο χρήσης τους. Ενώ οι Κρήτες έθαβαν μια ολόκληρη οικογένεια ή γένος μέσα στον τάφο, οι Μυκηναίοι έθαβαν μόνον τους ανώτερους άρχοντες μέσα στο θολωτό τάφο, κοντά στο κάστρο και κατά προτίμηση με θέα την περιοχή ολόγυρα. Τους κοινούς θνητούς τους έθαβαν σε τάφους- δωμάτια. Πολύ λίγα γνωρίζουμε για τα ταφικά έθιμα αφού πολλοί από τους θολωτούς τάφους έχουν συληθεί. Ο Όμηρος περιγράφει την ταφή του Πάτροκλου (Ιλιάδα, XXIII, 227 FF). Αναφέρει μια επικήδεια πομπή, θυσίες προβάτων, σκύλων και αλόγων, και ταφικούς αγώνες. (Ιλιάδα, XXIII, 257 FF). Στους νικητές αυτών των αγώνων έδιναν βραβεία. Ένα μέρος των αγώνων ήταν και η αρματοδρομία. Το άρμα ήταν δίτροχο. Οι Μυκηναίοι το εισήγαγαν στην Κρήτη και στην Ελληνική ενδοχώρα. Βλέπουμε τη χρήση του στις Μυκηναϊκές εικονογραφίες, στον Όμηρο και στους πίνακες της Γραμμικής Β. Τα άρματα τα χρησιμοποιούσαν μόνον τα μέλη της ανώτερης τάξης. Ήταν ένα είδος γοήτρου και στα έργα τέχνης απεικονίζονται συχνά. (Στις τοιχογραφίες μέσα στα παλάτια, στη ζωγραφική των αγγείων με τα άλογα να καλπάζουν σαν να πετούν.)Τέσσερις μόνον τάφοι-κυψέλες βρέθηκαν άθικτοι μερικώς.
Ένας θολωτός τάφος βρέθηκε στα Δενδρά. Ο βασιλιάς που τάφηκε εκεί ήταν περιστοιχισμένος από τα όπλα του. Το κράνος του, διακοσμημένο, δείχνει ότι ήταν πολεμιστής. Αυτό δεν είναι περίεργο γιατί η αγάπη των Μυκηναίων για τον πόλεμο και το κυνήγι φαίνεται στις αναρίθμητες απεικονίσεις κυνηγίου και πολεμικών σκηνών. Ο Όμηρος αποκαλεί τους Μυρμηδόνες "πολεμοχαρείς". Η ιδεολογία του πολεμιστή φαίνεται καθαρά στην Οδύσσεια όπου ο Οδυσσέας γίνεται δεκτός από τους Μυκηναίους Φαιάκες οι οποίοι του απονέμουν τιμές ενώ αυτός τους διηγείται τα ηρωικά του κατορθώματα. Τα διάφορα κτερίσματα και οι διακοσμήσεις που βρέθηκαν μέσα στον τάφο στα Δενδρά μας οδηγούν σε μια θεότητα: αμέτρητες απεικονίσεις ταύρων, όπως και ταύρων με μια γυναικεία πιθανόν μορφή στην πλάτη τους, δυο κυρτά κέρατα ταύρου για λατρευτικό σκοπό, μια φιγούρα με οκτώ ασπίδες, λεοντάρια, τράγους και ένα δέντρο. Ιδιαίτερα οι ταύροι και τα κέρατα οδηγούν στη Μητέρα- θεά. Η θρησκεία των Μυκηναίων επηρεάστηκε από τη Μινωική σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναφερόμαστε σ' αυτήν ως τη Μινω- Μυκηναϊκή θρησκεία. Οι Μυκηναίοι πήραν τη λατρεία της ανώτατης θεότητας των Μινώων, της Μητέρας - θεάς. Πριν το 1600 π.Χ. αυτή εξουσίαζε όλες τις μορφές ζωής και θανάτου. Σαν θεά της γονιμότητας είχε για σύμβολο της τον ταύρο. Σαν θεά των Ζώων, την απεικόνιζαν περιβαλλόμενη από δυο λεοντάρια και ιστάμενη πάνω σ'ένα υψηλό σημείο. Ήταν ακόμη η θεά των φυτών και των δέντρων, η προστάτιδα του γάμου, και, σαν θεά των φιδιών, ήταν η προστάτιδα της οικογενειακής εστίας. Οι βωμοί της ήταν κοίλοι στη μέση. Τη θεά τη λάτρευαν αρχικά σε σπήλαια και στις κορυφές των βουνών. Αργότερα και σε ιερά. Στη λατρεία της ο φυσικός βράχος έπαιξε μεγάλο ρόλο, τονίζοντας τη χθόνια όψη της. Ο Εξαγνιστήριος Νιπτήρας στο παλάτι της Κνωσσού ήταν αφιερωμένος στη θεά. Εκτός από τους ταύρους, σύμβολά της ήταν το δέντρο της ζωής, το φίδι, το άστρο, η κολώνα, το περιστέρι, το λεοντάρι, ο γρύπας, ο διπλός πέλεκυς, η τρίαινα, απεικονίσεις από τους κοίλους ή κυρτούς βωμούς της, κ.ά. Μετά το 1600 π.Χ. βρίσκουμε ακόμη τα σύμβολά της επάνω σε σφραγίδες καθώς και στην Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες, η οποία έγινε μετά το 1400 π.Χ. και είναι μια ακόμη απόδειξη της σπουδαιότητάς της. Το κέντρο λατρείας στη δυτική πλευρά της Ακρόπολης των Μυκηνών περιείχε ακόμη ένα "Μινωικό" ιερό αφιερωμένο σε μια θεά και ένα ιερό το οποίο παρά το Μυκηναϊκό του χαρακτήρα, πρέπει να ήταν αφιερωμένο σ' αυτήν με τη χθόνια όψη: ο φυσικός βράχος είχε ενσωματωθεί στο εσωτερικό.
Επιπλέον, βρέθηκαν σ' αυτό πήλινα φίδια κουλουριασμένα. Δυο κουλουριασμένα φίδια από μόλυβδο ανακαλύφθηκαν στη Σευθόπολη. Και όμως, το 1600 π.Χ. τα ιερά της θεάς καταστράφηκαν από τους Μυκηναίους επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια γυναικεία ανώτατη θεότητα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία τους. Παρ' όλα αυτά, δεν γινόταν να την εξαφανίσουν τελείως γιατί την χρειάζονταν να τους ενισχύει ιδεολογικά στην εξουσία τους απέναντι στους εξαιρετικά πολιτισμένους Μίνωες. Οι Μινωικές θεότητες, οι γυναικείες κυρίως, συνδέονταν με τις Μυκηναϊκές, τις ανδρικές περισσότερο, και ήταν επόμενο η ανώτατη Μυκηναϊκή θεότητα να συνδέεται με την ανώτατη Μινωική θεά. Αυτοστιγμεί, η θεά έγινε κατώτερη του θεού και υποβιβάστηκε. Αυτό φαίνεται στους πίνακες της Γραμμικής Β όπου η θεά αναφέρεται μετά τον Ποσειδώνα. Η πραγματική δύναμη, πολιτική, οικονομική και θρησκευτική, ήταν στα χέρια του Άνακτα ως αντιπροσώπου του Ανώτατου θεού. (Ο Όμηρος περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στον Άνακτα και στο θεό ως πολιτική, ενώ τη σχέση Άνακτα - θεάς ως απλά προσωπική, όπως, για παράδειγμα, τη σχέση του Οδυσσέα και της θεάς Αθηνάς.) Η σύνδεση των θεοτήτων μεταξύ τους πρέπει να συνοδευόταν από αλλαγές στην ιεροτελεστία. Μετά το 1600 π.Χ. οι Μυκηναίοι έκτισαν το σύνθετο δωμάτιο του θρόνου με την "αίθουσα του θρόνου" στο δυτικό μισό τμήμα του παλατιού της Κνωσσού και αντικατέστησαν τον Εξαγνιστήριο Νιπτήρα από τον θρόνο με τη νωπογραφία - γρύπα. Η HELGA REUSCH το θεωρεί πολύ πιθανό, συγκρίνοντας, αφ' ενός, τις σφραγίδες με τη Μητέρα-θεά, περιτριγυρισμένη από δυο λεοντάρια ή γύπες στην κορυφή ενός βουνού, κι αφ' ετέρου, τον θρόνο περιβαλλόμενο από δυο γύπες με τα μπροστινά τους πόδια στον κοίλο βωμό της, το άτομο που κάθεται στο θρόνο να είναι η προσωποποίηση της θεάς. Ο JΑΝ ΒΕSΤ δηλώνει ότι η νομιμοποίηση της νέας αρχής γινόταν με το γάμο ενός Μυκηναίου άρχοντα και μιας βασίλισσας ή πριγκίπισσας των Μινώων. Αν συνδυάσουμε το γεγονός ότι ο Άναξ ήταν ο εκπρόσωπος του Μυκηναίου θεού και το γεγονός ότι οι Μίνωες πριν το 1600 π.Χ. εόρταζαν τον ιερό γάμο της Μητέρας - θεάς με ένα θεό κατώτερης τάξης για να εξασφαλιστεί η γονιμότητα, είναι πολύ δελεαστικό να φανταστούμε στην Αίθουσα του θρόνου την τελετή του ιερού γάμου του ύψιστου Μυκηναίου θεού με την Μητέρα - θεά οι οποίοι προσωποποιούνται με τον Άνακτα και τη βασιλική ιέρεια των Μινώων. Αυτή η υπόθεση υποστηρίζεται από τον μύθο του Θησέα και της Αριάδνης ("Εσύ που είσαι τόσο καθαγιασμένη"). 
Αυτά τα οχυρωμένα κάστρα ήταν πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά κέντρα. Τα πιο εκλεκτά μέλη θάβονταν σε τάφους που διέφεραν από εκείνους των απλών πολιτών. Οι ταφές τους συνοδεύονταν από θυσίες και ταφικούς αγώνες. Ο βασιλιάς ήταν ο αρχιερέας της κύριας λατρείας καθώς το παλάτι λειτουργούσε και σαν ναός. Ήταν ο αντιπρόσωπος και η προσωποποίηση της ανώτατης αντρικής θεότητας. Η Μητέρα- θεά, αρχικά η κύρια θεότητα, υποβιβάστηκε σε θέση εξάρτησης και την  χρησιμοποίησαν για να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους σφετεριζόμενοι τον ιερό γάμο. 


ΙΩΛΚΟΣ
[…Τα ευρήματα του τάφου στο Καζανάκι του Βόλου (ανάμεσά τους και ένα χρυσό περιδέραιο με χίλιες ψηφίδες), χρονολογούνται από το τέλος του 15ου αι. π.Χ. μέχρι το τέλος του 14ο αι. π.Χ. σύμφωνα με τις ραδιοχρονολογήσεις του «Δημόκριτου». Το ενδιαφέρον είναι ότι την ίδια περίοδο οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι οικοδομήθηκαν τα πρώτα ανακτορικά συγκροτήματα γύρω από τον μυχό του Παγασητικού κόλπου. Είναι δηλαδή μια περίοδος μεγάλης προόδου στην πρώιμη αυτή εποχή.
Επίλεκτα μέλη του μυθικού βασιλείου της Ιωλκού ήταν οι επτά νεκροί (4 ενήλικοι και 3 παιδιά) του θολωτού μυκηναϊκού τάφου που βρέθηκε το 2004 στη θέση Καζανάκι του Δήμου Βόλου κατά το έργο διαμόρφωσης της παρακαμπτήριας οδού της πόλης. Ο τάφος ήταν ασύλητος και ανακαλύφθηκε ουσιαστικά από ένα σκαπτικό μηχάνημα το οποίο παρέσυρε το «κλειδί» στην κορυφή του θόλου.]

 Χρυσό περιδέραιο που βρέθηκε σε αρχαίο τάφο στον Βόλο δείχνει ως τόπο προέλευσης του χρυσού την Κολχίδα. Έτσι, εξηγείται περίτρανα γιατί έγινε η Αργοναυτική Εκστρατεία και τι ακριβώς αντιπροσώπευε το Χρυσόμαλλο Δέρας, που απέσπασε ο Ιάσονας με τη βοήθεια της Μήδειας.
Στο Μουσείο του Λούβρου εξετάστηκαν πρόσφατα τέσσερα δείγματα χρυσού που βρέθηκαν στη Γεωργία σε σχέση με μερικές ψηφίδες από το αρχαίο περιδέραιο που βρέθηκε σε τάφο στο Καζανάκι Βόλου και διαπιστώθηκε κοινή προέλευση. Και τα δύο αντικείμενα, το ελληνικό και το γεωργιανό, φαίνεται πως έγιναν από αλλουβιακό χρυσό ενός ποταμού της Κολχίδας.
Για επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων αυτών θα επαναληφθούν οι εξετάσεις σε περισσότερα δείγματα. Αν η περαιτέρω έρευνα δείξει τα ίδια αποτελέσματα θα έχουμε μια καθαρή απόδειξη ότι οι Αργοναύτες γνώριζαν για τον χρυσό της Κολχίδας και ότι η Αργοναυτική Εκστρατεία δεν είναι απλώς ένας μύθος. Είναι ο αγώνας κατάκτησης της γνώσης μιας πλουτοπαραγωγικής μεθόδου που επηρέαζε από τότε τον κόσμο και το Χρυσόμαλλο Δέρας, η ανάπτυξη της τεχνογνωσίας περισυλλογής του χρυσού. Γι’ αυτό έκαναν το ταξίδι τους ώς τη μακρινή Κολχίδα οι Αργοναύτες, όπως οι αρχαιολόγοι υπέθεταν πάντα.
Ωστόσο, η εργαστηριακή εξέταση του χρυσού θα προσφέρει εκείνες τις αποδείξεις που χρειάζονται οι επιστήμονες για να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό ακριβώς επιθυμεί και η ανασκαφέας του τάφου του Βόλου Βασιλική Αδρύμη – Σισμάνη, διευθύντρια του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών.

Στα αρχικά στάδια της έρευνας στα εργαστήρια του Λούβρου είχε γίνει σαφές ότι ο χρυσός είναι ποταμίσιος. Ο χρυσός είχε μαζευτεί με τη μέθοδο του δέρματος των αιγοπροβάτων, πρακτική γνωστή στις προϊστορικές κοινωνίες.
Στην περιοχή της Κασπίας Θάλασσας όπου τοποθετείται η Κολχίδα, πατρίδα της Μήδειας, υπάρχει ποταμίσιος χρυσός. Επίσης κοντά στον Βόλο έχουμε τον Γαλλικό ποταμό. Οπότε ο ποταμίσιος χρυσός θα μπορούσε να είναι και ελληνικός.
Μέσα βρέθηκαν 35 ακέραια αγγεία και χίλιες χάντρες από χρυσό και υαλόμαζα.
Ο τάφος αποτελείται από κυκλικό θάλαμο (διαμέτρου 6,70 και ύψους 6,40 μ.) και δρόμο 8 μ.
Στην περιοχή θα πρέπει να υπήρχε οργανωμένο αρχαίο νεκροταφείο γιατί ανακαλύφθηκαν βόρεια και ανατολικά του θολωτού τάφου κι άλλοι 5 τάφοι, ενώ το 1963 είχε ανασκαφεί συστάδα κιβωτιόσχημων τάφων γεωμετρικής εποχής. Ντόπιοι θυμούνται πως πάνω από τον θολωτό τάφο σχηματιζόταν μικρό λοφάκι, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιου είδους μυκηναϊκά ταφικά μνημεία. Από την έρευνα προέκυψε ότι η θύρα του τάφου έφερε ανέπαφη τη λίθινη φραγή της.
Πάνω από τη θύρα σχηματίζεται ανακουφιστικό τρίγωνο επενδεδυμένο από κάτω με συμπαγή πλάκα. Σε μια λίθινη δοκό της εισόδου υπάρχουν χαραγμένα 7 σύμβολα Γραμμικής Β (4 μεγάλα και 3 μικρά), δηλωτικά του αριθμού των ταφέντων νεκρών. Διαπιστώθηκε ότι έχουν ενταφιαστεί 4 ενήλικοι και 3 παιδιά.
Από την κεραμική και τις ραδιοχρονολογήσεις του «Δημόκριτου» προκύπτει ότι ο τάφος χρησιμοποιήθηκε από το τέλος του 15ου αι. π.Χ. μέχρι το τέλος του 14ου αι. π.Χ. Την περίοδο αυτή κτίζονταν τα πρώτα ανακτορικά συγκροτήματα γύρω από το μυχό του Παγασητικού κόλπου στα Παλιά και στο Διμήνι, με τα οποία συνδέονται όλοι οι μεγάλοι θολωτοί τάφοι που έχουν βρεθεί στην περιοχή.
Έτσι, η κ. Αδρύμη εκτιμά πως «αν και ο θολωτός τάφος στο Καζανάκι δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε κανέναν από τους αρχαίους οικισμούς της περιοχής, καθώς απέχει περισσότερο από 2,5 χλμ. από τα Παλιά και πολύ περισσότερο από το Διμήνι και τα Πευκάκια», θεωρείται όμως βέβαιο ότι «ανήκε κι αυτός στο μυθικό βασίλειο της Ιωλκού και οι νεκροί του αποτελούσαν εκλεκτά μέλη της κοινωνίας της Ιωλκού, όπως δείχνουν μερικά από τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς».

Η  ΑΝΑΚΑΣΙΑ και ο παρακείμενος λόφος της Επισκοπής έχει αποκλεισθεί απο τους αρχαιολόγους σαν πιθανή Ακρόπολη της Ιωλκού ... Οι τάφοι όμως τους διαψεύδουν . Το ίδιο ισχύει και στη ΠΕΛΑΝΑ της ΣΠΑΡΤΗΣ .
Δημοσίευση σχολίου