Translate

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΝΥΕΣ ΟΙ ΑΤΛΑΝΤΕΣ



Η Θεσσαλία κατά την αρχαιότητα καταλάμβανε μία περιοχή από τον Όλυμπο μέχρι την Οίτη και τον Μαλιακό κόλπο. Ήταν χωρισμένη σε έναν αριθμό φυλετικών κρατιδίων. Τα ισχυρότερα απ' αυτά, η Θεσσαλιώτιδα,η Πελασγιώτιδα, η Εστιαιώτιδα και η Φθιώτιδα συγκρότησαν μία κοινοπολιτεία γνωστή ως κοινό των Θεσσαλών. Ο αρχηγός της κοινοπολιτείας ονομαζόταν Ταγός και επιλεγόταν ανάμεσα στους τέσσερις ηγεμόνες των Θεσσαλικών κρατών. Οι Θεσσαλοί κυριαρχούσαν επίσης στα γειτονικά κράτη των Περραιβών στα βόρεια, των Αινιανών και των Μαλιέων στα νότια και των Μαγνητών στα ανατολικά.
Οι Θεσσαλοί αναμίχθηκαν στον πρώτο ιερό πόλεμο που ξέσπασε με αφορμή τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών και για σύντομο διάστημα (περίπου 20 ετών) κυριάρχησαν πάνω στους Φωκείς. Οι Θεσσαλοί κατά τους Περσικούς πολέμους συμμάχησαν με τους Πέρσες. Μετά την ήττα των Περσών έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων στάση που κράτησαν μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η Θεσσαλία απέκτησε δύναμη όταν έγινε ταγός ο τύραννος των Φερών Ιάσονας. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη και τα επόμενα χρόνια η Θεσσαλία υποτάχθηκε στους Μακεδόνες του Φιλίππου.
Σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Θεσσαλίας τους ήταν η Λάρισα, οι Φερές, η Άρνη, οι Παγασές, οι Φθιώτιδες Θήβες, η Φαρκαδόνα, η Φάρσαλος, η Κραννών, η Τρίκκη κ.α.

Οι Μάγνητες ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην περιοχή του Πηλίου και της Όσσας, στην ανατολική Θεσσαλία. Οι Μάγνητες πιθανόν ήταν συγγενικό φύλο με τους Μακεδόνες. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Θεσσαλίας την περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων των ελληνικών φύλων, κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. Τον 10ο αιώνα ίδρυσαν δύο αποικίες στην Μικρά Ασία που έφεραν και οι δύο το όνομα Μαγνησία. Η Μαγνησία του Σιπύλου, χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σίπυλο στις όχθες του ποταμού Έρμου και η Μαγνησία του Μαιάνδρου στις όχθες του ποταμού Μαίανδρου. Από τις δύο αυτές πόλεις η περιοχή της Μικράς Ασίας ανατολικά της Ιωνίας ονομάστηκε Μαγνησία. Μαγνησία επίσης ονομάστηκε η περιοχή εγκατάστασης των Μαγνητών στην Θεσσαλία, ονομασία που διατηρεί η περιοχή μέχρι σήμερα. Οι Μάγνητες δεν διατήρησαν την ανεξαρτησία τους αλλά υποτάχτηκαν και έγιναν Περίοικοι των Θεσσαλών πιθανόν στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ.
Οι Περραιβοί ήταν αρχαίο ελληνικό πελασγικό φύλο που διέμενε στην αρχαία Θεσσαλία, πριν την κάθοδο άλλων φυλών που κατίσχυσαν αυτούς υπό το όνομα Λάπιθες (αιολικό φύλο), και στη συνέχεια από τους εκ Μακεδονίας Δωριείς. που ζούσε στη λεγόμενη Περραιβία. Πήραν μέρος στον πόλεμο της Τροίας και στην Μάχη των Θερμοπυλών. Πρωτεύουσά τους ήταν η Φάλαννα, και η πιο σημαντική πόλη ήταν η Ελασσόνα. Οι Περραιβοί, αν και ζούσαν υπό την εξουσία των Θεσσαλών, συμμετείχαν στο Αμφικτυονικό Συνέδριο με δύο ψήφους. Ο Φίλιππος απάλλαξε τους Περραιβούς από την εξουσία της Θεσσαλίας και έθεσε το βασίλειό τους υπό τον έλεγχο των Μακεδόνων, όπου παρέμεινε ως την κατάκτηση από τους Ρωμαίους το 196.

Το όνομα της Θεσσαλίας συνδέεται με τους αρχαιότερους ελληνικούς μύθους. Μυθικός ήρωας της Θεσσαλίας αναφέρεται ο Θεσσαλός. Αυτός, κατά την παράδοση, ήταν γιος του Ηρακλή και της Χαλκιόπης. Άλλοι τον θεωρούν γιο του Ιάσονα και της Μήδειας, που σώθηκε και, επιστρέφοντας, έγινε βασιλιάς της Θεσσαλίας και της έδωσε το όνομά του. Η Θεσσαλία λεγόταν και Πελασγία, Αιολίς και Πανδώρα. Η χώρα φαίνεται πάντως ότι πήρε το όνομά της από τους Θεσσαλούς που την κατάκτησαν την εποχή του Τρωικού πολέμου.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
Η συγκέντρωση της διοίκησης και των αμυντικών δυνάμεων των Θεσσαλών έγινε με την σύσφιξη των διαφόρων θεσσαλικών ηγεμονιών σε ένα ομοσπονδιακό κράτος, του οποίου πρώτος άρχοντας χρίσθηκε από την Πυθία, ο Λαρισαίος Αλεύας, ο Πύρρος. Ο Αλεύας διαίρεσε πρώτος την χώρα σε τέσσερα τμήματα, που στην επίσημη γλώσσα ονομαζόταν τετραρχίες ή τετράδες ή μοίρες.
Οι θεσσαλικές τετραρχίες ήταν οι εξής :
Α. Η Θεσσαλιώτιδα, που περιελαμβανόταν μεταξύ Εστιαιώτιδας και Φθιώτιδας, δίπλα στα σύνορα των Αθαμάνων και των Δολόπων ,όπου βρίσκεται ο περίφημος συνοικισμός της Μητρόπολης και αρχαιότατη αιολική Άρνη, στην θέση της οποίας ιδρύθηκε αργότερα το θεσσαλικό Κιέριο
Β. Η Πελασγιώτιδα, που περιελάμβανε την ανατολική περιοχή της Θεσσαλίας με τις πόλεις της Λάρισας και των Φερών.
Γ. Η Φθιώτιδα, δηλαδή η περιφέρεια της ισχυράς Φαρσάλου. Η Φάρσαλος ήταν, κατά την αρχαιότητα, μία από τις ισχυρότερες θεσσαλικές πόλεις. Δεύτερη στην δύναμη μετά την Πελασγιώτιδα.
Δ. Η Εστιαιώτιδα, δηλαδή η δυτική περιοχή στην οποία βρίσκονταν οι αρχαίες πόλεις Τρίκκη και Αιγίνιον.
Η διαίρεση αυτή δεν είχε εθνικό χαρακτήρα, αλλά γεωγραφικό και οικονομικό, αν και εμφανίζεται, κατά την παράδοση, ως διοικητικό έργο του μυθικού βασιλιά των Θεσσαλών, του Αλεύα, του Πύρρου.

ΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΑ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ
Η Αμφικτυονία των Δελφών προέκυψε από την συγχώνευση μικρών αμφικτυονικών ιερών κα διοικούνταν από το « Συνέδριον » (24 μόνιμα μέλη, οι ιερομνήμονες ), στο οποίο εκπροσωπούνταν, με δύο μέλη το κάθε ένα από τα 12 φύλα της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Ελλάδας. Ονομαζόταν και « Πυλαία », επειδή αρχικώς οι Σύνεδροι συγκεντρώνονταν στις Θερμοπύλες ( Πύλαι ήταν το αρχαϊκό τους όνομα ). Το Συνέδριον προστάτευε την περιουσία του Ιερού του θεού Απόλλωνα στους Δελφούς, μεριμνούσε για τις θρησκευτικές τελετές, επέβαλε πρόστιμα στους παραβάτες, κήρυττε πολέμους και γενικότερα είχε ανώτατη δικαιοδοσία στις « Αμφικτυονίδες », δηλαδή στις πόλεις- μέλη. Αρχικώς, η Αμφικτυονία ήταν μία συνέλευση γειτονικών φύλων, « Αμφικτυόνων » γύρω από το ιερό, αλλά συν τω χρόνω εξελίχθηκε σε ισχυρό πολιτικό και θρησκευτικό θεσμό. Η Αμφικτυονία συνετέλεσε τα μέγιστα στην εθνική ενότητα των Ελλήνων και στην καθολίκευση του ονόματος : ΈΛΛΗΝΕΣ. Μυθικός ιδρυτής της ήταν ο Αμφικτύων, γιός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Έλληνα. Τα φύλα, που μετείχαν σε αυτήν, ονομάζονταν ευθύς εξ ‘ αρχής Έλληνες. Μετείχαν οι Θεσσαλοί και όλοι οι Περίοικοί τους , δηλαδή οι Αχαιοί Φθιώτες, οι Περραιβοί, οι Μάγνητες, οι Μαλιείς, οι Αινιάνες, καθώς και φύλα της Κεντρικής Ελλάδας όπως ήταν οι Φωκείς. Την προεδρία ασκούσαν ανέκαθεν οι Θεσσαλοί και μετά την κατάκτηση της Φωκίδας κατά τον 6 ο π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτυονία έγινε αποκλειστικά « όργανο » των Θεσσαλών.

Η ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΛΟΥ
Πρώτη ολιγαρχία, ήπιας μορφής, εμφανίζεται αυτή της Φαρσάλου κατά την 4 η π.Χ. εκατονταετηρίδα, όπως αποδεικνύει η επιγραφή που βρέθηκε στο Ρύζι, χωριό κοντά στα Φάρσαλα. Σύμφωνα με το ψήφισμα αυτό, η πόλη των Φαρσάλων σε 176 συμπολεμιστές και συμπράξαντες στην διοίκηση της χώρας «… πάνσα, προθυμία.. . » απένειμε το δικαίωμα του πολίτη, αφού έδωσε σε αυτούς 60 πλέθρα ( 57 στρέμματα ), τα οποία κατά πάσα πιθανότητα ήταν όρος , απαιτούμενος στην Φάρσαλο για κάθε ενήλικο ( ειβάταν ), προκειμένου να ασκήσει τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η ολιγαρχία της Φαρσάλου ήταν πολίτευμα όχι τυραννικό, αλλά συντηρητικό και συνίσταται στα εξής :
1. Εκλέξιμοι στην εξουσία ήταν μόνο, όσοι κατείχαν περιουσία. Οι άποροι αποκλείονταν από την εξουσία, ωστόσο με την απόκτηση ορισμένης περιουσίας αποκτούσαν τα αναγκαία προσόντα προς εξάσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
2. Όταν η απαιτούμενη, για τους εκλέξιμους, περιουσία ήταν μεγάλη, αυτοί από την τάξη τους εξέλεγαν την εξουσία.
Οι δυναστείες αποτελούνταν από οικογένειες, οι οποίες κληρονομικά κατείχαν πολύ μεγάλες περιουσίες. Σημειωτέον, ότι η έννοια της περιουσίας ταυτίζεται με την ιδιοκτησία της γης, γιατί σε όλες τις δημοκρατικές πόλεις, κριτήριο διαίρεσης των πολιτών αποτελούσε το μέγεθος της ιδιόκτητης γης.

ΤΑΓΕΙΑ
Όσες φορές η Θεσσαλία βρισκόταν σε περίοδο εξαιρετικής ανάγκης, οι μεγάλες πόλεις της δημιουργούσαν κρατική ενότητα για την ανάδειξη ενός κοινού αρχηγού, ο οποίος έφερε τον τίτλο : Ταγός.
Η λέξη: Ταγός παράγεται από το ρήμα τάττω ή τάσσω και δηλώνει τον πολέμαρχο, τον στρατηγό. Είναι λέξη θεσσαλικής προέλευσης, γεγονός που μαρτυρά, ότι η ταγεία είναι θεσσαλικός θεσμός ( πρβλ. Ξενοφ. Ελλην. 1,8,9,12,18,19, Υ. 14 ). Ο Ταγός προερχόταν πάντοτε από αριστοκρατικές οικογένειες, όπως οι Αντιοχίδες της Φαρσάλου, οι Αλευάδες της Λάρισας, οι Σκοπάδες της Κραννώνος.
Ο εκάστοτε λοιπόν αναγορευόμενος Ταγός έπρεπε, να παραμείνει για τόσο χρονικό διάστημα, όσο απαιτούσε η κρισιμότητα των περιστάσεων. Συνήθως όμως παραβιαζόταν αυτός ο κανόνας. Έτσι εξηγείται το γεγονός, ότι μερικοί ταγοί εξουσίαζαν επί σειρά ετών ή ακόμα και ισόβια.

ΟΙ ΦΑΡΣΑΛΙΟΙ ΤΑΓΟΙ
Ένα από τα αριστοκρατικά γένη της Θεσσαλίας ήταν οι Αντιοχίδες. Ο Αντίοχος ( 515 π.Χ. ) περί του οποίου ομιλεί ο Θεόκριτος, διετέλεσε ταγός των Θεσσαλών και ο « βασιλεύων πάντων Θετταλών » κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Αισχίνου του Σωκρατικού. Φιλοξένησε, στην αυλή του, τους συγχρόνους του μεγάλους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Υμνεί στο ποίημά του ο Κείος ο Σιμωνίδης την φιλοξενία, τον πλούτο και την δύναμη του Αντιόχου. Στην Φάρσαλο με τον Αντίοχο συνέζησε ,ως ερωμένη του για πολλά έτη, η Θαργηλία. Η Θαργηλία ήταν διάσημη εταίρα, όργανο της περσικής διπλωματίας. Αυτή ασκούσε μέγιστη επιρροή σ ‘ αυτόν , όπως φανερώνεται στη σχετική βραχυλογία του Σουΐδα « βασιλεύσασα Θεσσαλών τριάκοντα έτη » . Η Θαργηλία υπήρξε μία από τις πρώτες Ιωνίδες εταίρες της Αρχαίας Ελλάδας, ονομαστή για το κάλλος που διέθετε την σοφία και την δύναμη. Τα προσόντα αυτά στάθηκαν ικανά, ώστε να διασπείρει αρχές μηδισμού στο πολιτικό παρασκήνιο διαφόρων ελληνικών πόλεων και να καταστήσει άνδρες ικανούς και πολιτικά ισχυρούς, πολύτιμους φίλους και συμμάχους του Βασιλέα των Περσών. Ετάγευσε στην Θεσσαλία και ο Εχεκρατίδας, ο οποίος είχε αφιερώσει το πρώτο άγαλμα του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Ως Ταγός διετέλεσε και ο Φαρσάλιος Δάοχος για 27 συνεχή έτη, όπως αναγράφεται στο επίγραμμα του αναθηματικού Μνημείου, το οποίο ανίδρυσε στους Δελφούς ο ομώνυμος δισέγγονός του – Δάοχος – κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. « Δάοχος Αγία ειμί, πατρίς Φάρσαλος,απάσης Θεσσαλίας, άρξας, ου βία, αλλά νόμω επτά και είκοσ’ έτη ˙πολλή δε και αγλοκάρπω ειρήνη πλούτω τε έβρυε Θεσσαλία ». ( Είμαι ο Δάοχος ,γιός του Αγία, πατρίδα μου η Φάρσαλος. Εξουσίασα σ ’ ολόκληρη την Θεσσαλία, όχι με βίαιο τρόπο,αλλά σύμφωνα με τον νόμο για 27 έτη. Και πολλή ειρήνη και άφθονος σε καρπούς πλούτος ανάβλυζε στην Θεσσαλία. )
Ο μνημονευθείς Δάοχος, ήταν δισέγγονος του ταγού Δαόχου, πλουσιώτατος, διορίσθηκε τετράρχης της Φθίας από τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ και στάλθηκε το 338 π.Χ. ως πρέσβης στην Θήβα. Ο Δάοχος αυτός αφιέρωσε στην πατρίδα του, την Φάρσαλο πολυάριθμους χάλκινους ανδριάντες των προγόνων του, έργα του περίφημου γλύπτη, Λυσίππου.
Άλλος βασιλιάς της Φαρσάλου υπήρξε ο Ορέστης, γιός του Εχεκρατίδα Β΄.
Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός, ότι επί της ταγείας του Αγελάου συστάθηκε το « Κοινόν των Θετταλών » , στο οποίο έλαβαν μέρος όλες οι θεσσαλικές πόλεις εκτός από των Φερών. Ο Αγίας, που αναφέρεται στο επίγραμμα του αναθηματικού Μνημείου των Δελφών, γιός του Ακνονίου , ήταν κορυφαίος Παγκρατιστής ( Παγκράτιο είναι αγώνισμα και συνδυάζει στοιχεία της πάλης και της πυγμαχίας ), από την Φάρσαλο. Σημείωσε νίκες αξιοζήλευτες και αξιοθαύμαστες. Αυτές ήταν δύο φορές στην Ολυμπία, το 416 & 413 π.Χ. , πέντε φορές στα Νέμεα, τρείς στα Πύθια και πέντε φορές στα Ίσθμια

« ΑΠΙΣΤΑ ΤΑ ΤΩΝ ΘΕΤΤΑΛΩΝ »
« Ταύτα γαρ άπιστα μεν ην δήπου φύσει και αεί πάσιν ανθρώποις, κομιδή δ΄ (άπιστα ) ώσπερ ην, και έτσι νυν τούτω ».
(Διότι αυτοί άπιστοι μεν ήσαν βεβαίως εκ φύσεως και πάντοτε προς όλους τους ανθρώπους, πάρα πολύ άπιστοι, όπως ακριβώς ήσαν και είναι τώρα προς αυτόν Δημοσθένους Ολυνθιακός, Ι, 22.)
Η περίφημη αυτή φράση του Δημοσθένη, στον πρώτο Ολυνθιακό, όπως λέει Δ. Χατζηγιάννης δεν σημαίνει τίποτε άλλο, από το ότι η πολιτική της αρχαίας Θεσσαλίας δεν υπήρξε ποτέ ξεκάθαρη στους εξωτερικούς προσανατολισμούς της, αλλά κυμαίνεται διαρκώς «απιστούσα» προς όλους!
Εμείς φταίμε, που κατείχαμε την τέχνη της διπλωματίας από αρχαιοτάτων χρόνων; Και όταν λέμε «αρχαιοτάτων χρόνων», εννοούμε την εποχή, που άλλοι λαοί, δεν διέθεταν καν εξωτερική πολιτική, γιατί δεν είχαν δημιουργήσει πολιτικές και κοινωνικές δομές. Εν αντιθέσει με Εμάς!
Προφανώς κίνητρο του Δημοσθένη, ήταν να δημιουργήσει εντυπώσεις, ως δεινός ρήτορας που ήταν, και να κατευθύνει την Κοινή Γνώμη.

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΦΑΡΣΑΛΙΩΝ
Ζωηρή εικόνα του πράγματος παρέχει ο Θεόπομπος. Ο ίδιος αφηγείται, ότι οι Φαρσάλιοι σπαταλούσαν τον καιρό τους σε διασκεδάσεις, είτε με τις ορχηστρίδες και τις αυλήτριδες, είτε με τους κύβους, την οινοποσία και άλλα παρόμοια «ευγενή» ενδιαφέροντα. Ως μόνη φροντίδα είχαν, να παραθέτουν γεύματα πλούσια σε είδη εδεσμάτων .
Ο Αθήναιος χαρακτηρίζει τους Φαρσαλίους «ευτραπέζους», δηλαδή καλοφαγάδες και πολυφαγάδες.
Ο Αριστοφάνης μας παρέχει την μαρτυρία, ότι τις μεγάλες μερίδες του κρέατος οι αρχαίοι τις ονόμαζαν «Θετταλότμητον κρέας».
Ο Λουκιανός τους θέλει εξαιρετικούς χορευτές και ο Ηρακλείδης, προσπαθώντας να δώσει μία ψυχοσυνθετική προσέγγιση, υποστηρίζει ότι το Θεσσαλικό Ήθος «έχει το γαύρον (= αγερωχία, υπερηφάνεια )».
Ο Κριτίας & ο Κρατίνος θεωρούσαν την πολυτέλεια των Φαρσαλίων, εν γένει στην δίαιτα δηλαδή στον τρόπο ζωής και στην αμφίεση, παροιμιώδη, σε βαθμό που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με αυτή των Περσών.
Η φήμη των Φαρσαλίων για την φρόνηση, την αρετή, την γενναιότητα, την φιλοξενία, την μεγαλοπρέπεια και την αρχοντιά ήταν τεραστία, τόσο που αποτελούσε αποφθεγματική φράση ο «Θετταλικός τρόπος», (πρβλ. « ην δε [ εννοείται ο Πολυδάμαντας] και άλλως φιλόξενος και μεγαλοπρεπής τον Θετταλικόν τρόπον » Ξενοφ. Ελλην. VI, 1, 3.

Ο ΘΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΙΠΠΙΚΟ
Ο θεός Ποσειδών ήταν θεός των θαλασσών, των ποταμών, των λιμνών, των πηγών και γενικά των υδάτων, ωστόσο ήταν και θεός τη ξηράς, εξ΄ού και τα επίθετα του Γαιήοχος, Ενοσίχθων, Ενοσίγαιος ( ο κρατών την Γη, ο σείων την Γη ), καθώς και των σεισμών. Λατρευόταν παντού, σε όλη την Ελλάδα ως Σωτήρ, Πόντιος, Πατριγένειος, Φράτριος. Στην Θεσσαλία ενώθηκε με την νύμφη Τυρώ, λαμβάνοντας την μορφή του ποτάμιου θεού Ενιπέα, που αγαπούσε η Τυρώ. Άλλος μύθος αναφέρει, ότι με την τρίαινά του, έσχισε στα δύο την Όσσα ( Κίσσαβο ), ώστε να χυθούν τα νερά της θεσσαλικής λίμνης στο Αιγαίο Πέλαγος και να αποκαλυφθεί ο εύφορος και πλουτοπαραγωγικός κάμπος.
Ιερά ζώα του ήταν ο ίππος, ο ταύρος και το δελφίνι. Στην Θεσσαλία λατρευόταν ως Ίππιος, Δαμαίος και Ίμψιος δηλαδή Ζύγιος, με τελετές ιπποδρομιών. Πίστευαν, ότι αυτός δημιούργησε, δάμασε και έζευξε το άλογο. Πανάρχαιο κέντρο της λατρείας του υπήρξε η Θεσσαλία, από εκεί διαδόθηκε στους Δελφούς, στην Αττική, στην Πελοπόννησο και αλλού.
Δεν είναι τυχαίο, ότι στα νομίσματα διαφόρων θεσσαλικών πόλεων απεικονιζόταν το ιερό ζώο του, ο ίππος, όπως και ο ίδιος ο Ποσειδών . Ήταν για τους Θεσσαλούς , ο προστάτης του περίφημου Ιππικού τους, του πιο αξιόμαχου σε όλη την Ελλάδα. Αυτό αποδίδεται και στον σχηματισμό που έπαιρνε ως ρόμβος, για να ελίσσεται στην μάχη. Το μέτρο αυτό επινοήθηκε από κάποιον ονόματι Ιλίωνα.
Ο σχηματισμός αυτός επέτρεπε την ευχερή παράταξη προς κάθε κατεύθυνση, μαχόταν δε φαλαγγηδόν ( πρβλ. Πολύβιος, « Θετταλών γουν ιππείς κατ’ ίλην και φαλαγγηδόν » ).
Για την σχέση του θεού Ποσειδώνα με το θεσσαλικό Ιππικό εμπνεύστηκε τους ακόλουθους στίχους ο Λουκιανός στο έργο του « Φαρσαλίς ». (πρβλ. Pharsalia, VI, 397 ):
Primus ab aequora percussis cuspide saxis
Thessalicus sonipes, bellis feralibus omen
Exsiluit .
Πρώτος από το πέλαγο και με την τρίαινά του
Τον βράχο, αφού έκρουσε φήμη καλή εβγήκε
Και Άλογο Θεσσαλικό αήττητο σ ‘ αγώνες .
( ελεύθερη ποιητική μετάφραση του Λάκη Βαϊρακλιώτη ).
Επίσης, ο μέγιστος των ποιητών μας, ο Όμηρος, ονομάζει την Θεσσαλία « Ιππόβοτον Άργος » ( Ιλιάς Γ΄ 75 ). Ο Σωκράτης διαλεγόμενος με τον Θεσσαλό Μένωνα , μνημονεύει το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Θεσσαλίας, το Ιππικό της.
« Ω Μένων, προτού μεν Θεσσαλοί ευδόκιμοι ήσαν εν τοις Έλλησι και εθαυμάζοντο εφ ‘ ιππική τε και πλούτω, νυν δε εμοί δοκεί και επί σοφία ».
(Ω Μένωνα, αρχικά οι μεν Θεσσαλοί ήταν αξιόλογοι ανάμεσα στους Έλληνες και θαυμαστοί και για την ιππική τους τέχνη και για τον πλούτο, τώρα μου φαίνεται και για την σοφία ).Πλάτωνας, Μένων Ι.
Από τον Αριστοτέλη ειδικότερα πληροφορούμαστε, ότι στα Φάρσαλα υπήρχε η περίφημη φορβάς, που γεννούσε όμοια ακριβώς πουλάρια με το άλογο που διασταυρωνόταν. Γι ‘ αυτό ονομάστηκε « η Δικαία φορβάς », αφού δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία για τον πατέρα ( Αριστοτέλους, Πολιτικά ΙΙ. 1262 ).
Η συνεχής ενασχόληση και το άμεσο ενδιαφέρον των κατοίκων της Φαρσάλου γύρω από τα άλογα, τους κατέστησε ειδικούς και μοναδικούς στην αρχαία Ελλάδα. Έτσι, εξηγείται , ότι πρόσεξαν και διέκριναν τον Βουκεφάλα μέσα από τόσα άλλα άλογα που επί αιώνες είχαν γεννηθεί εκεί. Όλοι οι Θεσσαλοί και ιδιαίτερα οι Φαρσάλιοι είχαν ταυτισθεί με τα άλογά τους , ώστε πολύ εύστοχα η Μ. Ρενώ έγραψε, ότι οι Θεσσαλοί « πρώτα μάθαιναν να ιππεύουν και ύστερα να περπατούν »
Οι Θεσσαλοί ίππευαν απ’ ευθείας στην ράχη του αλόγου, χωρίς εφίππιο και αναβολείς ( σέλα και στηρίγματα ποδιών ). Δίπλωναν τα πόδια κάτω από την κοιλιά του αλόγου. Πολλοί δεν χρησιμοποιούσαν χαλινάρι, αλλά έτρεχαν κρατημένοι από τον λαιμό του αλόγου, ώστε και στόχο να μην δίνουν και την αντίσταση του ανέμου να μειώνουν.
Κάπου εδώ και κάπως έτσι, έφθασε στο τέλος της και η αφήγηση αυτής της ενότητας. Θα ήθελα να κλείσω με την εξής φράση από την Γεωγραφία του Στράβωνα 15.27.c.699 , που αφορά στον Βουκεφάλα : « Πολεμιστής δ’ ην αγαθός ( ενάρετος ) … ».Το αυτό ισχύει και για τον Μέγα Πολεμιστή, Στρατηλάτη, Ηγέτη, Εκπολιτιστή, Ουμανιστή που τον ίππευε, τον Αλέξανδρο.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥΣ
Η παραλία του Αναύρου ποταμού όπου ναυπηγήθηκε η Αργώ, ήταν με βεβαιότητα η παραλία και το λιμάνι της αρχαίας Ιωλκού. Στους στίχους 114-115 των Αργοναυτικών των Ορφικών Κειμένων, ο Ορφέας αναφέρει: " Εκεί θορυβώδικα μαζευόταν σε ομάδες ο λόχος των Μινύων αρχόντων στη στενή αμμουδιά στις όχθες του Αναύρου".
Η αμμώδης παραλία του Αναύρου ακόμη και μετά από 40 σχεδόν αιώνες, παραμένει στενή. Είναι η πρώτη εντυπωσιακή επιβεβαίωση γεωγραφικής περιγραφής του Ορφέα, από τις δεκάδες που ακολουθούν και που προκαλούν θαυμασμό με την ακρίβεια τους.
Φυσικά την εποχή που έλαβε χώρα η Αργοναυτική εκστρατεία, περί το 1870 π.Χ., η παραλία του Αναύρου ποταμού θα ήταν κάποιες δεκάδες μέτρα πιο μέσα, αφού λογικά με την πάροδο 4000 ετών θα έχει σίγουρα επεκταθεί προς τη θάλασσα.
Στο στίχο 113 ο Ορφέας αναφέρει ότι για να φτάσουν στον Άναυρο προσπέρασαν τις ακτές των Παγασών. Κάποιος όμως που έρχεται από τη Θράκη -δηλαδή από βορράν- με προορισμό την Ιωλκό, η μόνη περίπτωση να προσπεράσει τις Παγασές, που βρίσκονταν χτισμένες λίγα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Ιωλκό, ήταν να έρχεται από νότια κατεύθυνση. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιάσονας και ο Ορφέας ήρθαν οπωσδήποτε με πλοίο από τη Θράκη, μπήκαν στον Παγασητικό κόλπο και ακολουθώντας τις δυτικές ακτές του, προσπέρασαν τις Παγασές και έφτασαν στον προορισμό τους .
Μάλιστα το λιμάνι της Ιωλκού θα ήταν δίπλα από τη παραλία, πιθανότατα στο σημερινό λιμανάκι που βρίσκεται ανατολικά του Αναύρου, γιατί τα Ορφικά κείμενα αναφέρουν ότι τον Ιάσονα με τον Ορφέα, οι Αργοναύτες που ήταν συγκεντρωμένοι στην παραλία και δίπλα στην Αργώ, τους αντιλήφθηκαν να έρχονται από το δρόμο (στίχος 116). Αυτό σημαίνει ότι ο Ιάσονας και ο Ορφέας ερχόμενοι από τη Θράκη, δεν αποβιβάστηκαν στη παραλία όπου ήταν η Αργώ και περίμενε την καθέλκυσή της, αλλά κατέβηκαν στο διπλανό λιμάνι και ακολουθώντας τον δρόμο, τους είδαν οι Αργοναύτες να έρχονται από μακριά. Λογικά δηλαδή ο Άναυρος θα χώριζε την παραλία από το λιμάνι της αρχαίας Ιωλκού, πράγμα που ισχύει ακόμη και σήμερα , αφού από τη δυτική πλευρά του Αναύρου ποταμού υπάρχει στενή αμμώδης παραλία και από την ανατολική υπάρχει μικρό λιμάνι που χρησιμοποιείται από το ναυτικό όμιλο Βόλου.
Οι Αργοναύτες αφού έδωσαν όρκο στον Ποσειδώνα για πίστη στον Ιάσονα, ξεκίνησαν το επικό τους ταξίδι, αφήνοντας πίσω τους την Ιωλκό. Μετά από σκληρή κωπηλασία, έφτασαν στο πρώτο λιμάνι στον Παγασητικό και αφού έδεσαν το πλοίο, βγήκαν έξω να ξεκουραστούν. Τότε ο Πηλέας παρακάλεσε τους συντρόφους του να ανέβουν στο ιερό βουνό του Πηλίου, όπου ο δικαιότατος των Κένταυρων, ο σοφός Χείρωνας, δίδασκε το μικρό του γιο, τον Αχιλλέα. Εκεί εκτυλίσσεται και ο πρώτος μουσικός αγώνας της προϊστορίας, μεταξύ του Ορφέα και του Κενταύρου Χείρωνα, με νικητή τον Ορφέα.
Μάλιστα ο χαρακτηρισμός του Χείρωνα σαν «δικαιότατος» των Κενταύρων, λανθασμένα αποδίδεται στον Όμηρο, αφού υπάρχει στο στίχο 381 των Αργοναυτικών.
Από τη μετάφραση των λόγων του Ορφέα στους στίχους 396-398 των Αργοναυτικών φαίνεται ότι ο Κένταυρος Χείρωνας είχε αλογίσια μέλη. Όμως ο Κένταυρος Χείρωνας αποκλείεται να ήταν υβρίδιο αλόγου με άνθρωπο. Απλά οι Κένταυροι είχαν ταυτιστεί απόλυτα με το άλογο και στα πλαίσια των υπερβολών και των δεισιδαιμονιών της εποχής τους, παρουσιάζονταν σαν άνθρωποι με σώμα αλόγου. Μάλιστα διαβάζοντας προσεκτικά το αρχαίο κείμενο, αυτό γράφει: οὗ κεκλιμένος μὲν ἐπ’ οὐδαίοιο χαμεύνης κεῖτο μέγας Κένταυρος, ἀπηρήρειστο δὲ πέτρῃ, ἱππείῃσιν ὁπλήσιν, τανυσσάμενος θοὰ κῶλα.
Που σημαίνει ότι ο μέγας Κένταυρος βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος πάνω σε ψάθα και στηριζόταν σε πέτρα και στα πόδια του αλόγου και τέντωνε τις κλειδώσεις του. Δηλαδή ο Κένταυρος βρισκόταν ξαπλωμένος και ακουμπούσε την πλάτη του στα καπούλια του αλόγου που ξεκουράζοταν και αυτό καθισμένο στο έδαφος, είχε βάλει τα πόδια του σε κάποια πέτρα και τέντωνε τα χέρια του και τα πόδια του για να ξεπιάνεται. Κάποιοι την απόλυτα ανθρώπινη αυτή σκηνή, που ο Χείρωνας χαλάρωνε και ακούμπούσε την πλάτη του στο αγαπημένο του άλογο, την έχουν ερμηνεύσει ότι πατούσε σε αλογίσια πόδια και συνεπώς ήταν μισός άνθρωπος και μισός άλογο!!!
Φυσικά αυτό δεν προκύπτει ούτε και από τους στίχους 442-443 που έχουν μεταφραστεί: και θαμπωμένος θωρούσε όλα αυτά ο Κένταυρος και χτυπούσε συχνά το ένα χέρι πάνω στο άλλο και με τις οπλές το έδαφος κλωτσούσε.
Το αρχαίο κείμενο επί λέξει αναφέρει: αὐτὰρ ὁρῶν Κένταυρος ἐθάμβεε, χειρ’ ἐπὶ χειρὶ πυκνὸν ἐπισσείων˙(άνω τελεία) οὔδας δ’ ἤρασσεν ὁπλήσιν.
Δηλαδή ότι ο θαμπωμένος από το θέαμα Κένταυρος χτυπούσε συχνά-πυκνά παλαμάκια. Και ότι ο αχώριστος φίλος του -το άλογο- που το είχε συνέχεια δίπλα του, βλέποντας το αφεντικό του ενθουσιασμένο, χτυπούσε τα πόδια του στο έδαφος. Αυτό βέβαια φανερώνει και η άνω τελεία. Την πράξη αυτή δεν την έκανε ο ίδιος ο Κένταυρος (αλλοιώς θα είχε κόμμα το αρχαίο κείμενο), αλλά κάποιος -που δεν αναφέρει γιατί ήταν αυτονόητο- που έχει οπλές και τις χτυπάει στο έδαφος: Ένα άλογο!!!
Ότι ο Χείρωνας ήταν άνθρωπος και όχι άλογο προκύπτει και από τους στίχους 403-403 που αναφέρουν ότι έστρωσε στο έδαφος φύλλα δέντρων (πρόχειρο δηλαδή τραπέζι) και κάλεσε τους Αργοναύτες να καθήσουν για φαγητό. Αυτό που έκανε δηλαδή ο Χείρωνας ήταν καθαρά κινήσεις ανθρώπου και όχι αλόγου.
Μάλιστα με το στίχο 440 των Αργοναυτικών όπου αναφέρεται από τον Ορφέα ότι «οἰωνοὶ τ’ ἐκυκλοῦντο βοαύλια Κενταύροιο», δηλαδή ότι τα πουλιά πετούσαν κυκλικά πάνω από τους σταύλους των βοδιών, επιβεβαιώνεται πλήρως και η ετυμολογία της λέξης «Κένταυρος».
Σύμφωνα με αυτήν «Κένταυρος» είναι αυτός που κεντά -δηλαδή κεντρίζει- τον ταύρο. Οι απόγονοί τους διατήρησαν το όνομα του επαγγέλματός τους ως χαρακτηριστικό του γένους τους.
Και φυσικά ο Κένταυρος Χείρωνας, σαν καλός βουκόλος, είχε δίπλα στη σπηλιά του τα δικά του βοαύλια, δηλαδή τους δικούς του στάβλους βοδιών.

Έτσι ήταν πραγματικά οι Κένταυροι. Όχι υβρίδια αλόγου με άνθρωπο, αλλά έφιπποι βουκόλοι που κέντριζαν τους ταύρους με ένα είδος λόγχης, δικαιολογώντας απόλυτα και την ετυμολογία της λέξης ( Κεν-τώ τον ταύρο=Κένταυρος)
Έχοντας εξοικειωθεί τόσο πολύ με το άλογο, ήταν και άριστοι έφιπποι πολεμιστές και μάλιστα εξαίρετοι τοξοβόλοι. Οι Κένταυροι, σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ήταν λαός της Θεσσαλίας, την οποία ο Ορφέας στο στίχο 60 αποκαλεί «Θεσσαλίην εὔπωλον» δηλαδή με πολλά άλογα. Δηλαδή οι περίφημοι αυτοί ιππείς κατοικούσαν σε περιοχή όπου ζούσαν άλογα, στην περιοχή της Θεσσαλίας που φημιζόταν για τα θαυμάσια αυτά ζώα αλλά και τα βοσκοτόπια της.
Μάλιστα ο Ορφέας στο στίχο 383 κάνει αναφορά ότι ανατράφηκαν στη Φολόη και στις απόκρημνες κορυφές της Πίνδου.
Δηλαδή οι επαγγελματίες αυτοί βουκόλοι, δεν προέρχονταν από δύο μόνο περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, τη Φολόη της Ηλείας και την Πίνδο. Απλά στις περιοχές αυτές εκπαιδεύτηκαν. Κάποια στιγμή αργότερα, η ύπαρξη κοπαδιών και η ανάγκη της δουλειάς λογικά τους οδήγησε και σε άλλα μέρη, όπως η Θεσσαλία, όπου και εγκαταστάθηκαν. Πιθανότατα και ο Κένταυρος Χείρωνας να ήταν ένας από αυτούς που ήρθαν στη Θεσσαλική γη και συγκεκριμένα στο Πήλιο.
Ίσως κάποιο σουρεαλιστικό γλυπτό ή σκίτσο ενός αρχαίου καλλιτέχνη, όπου απεικόνιζε τους Κενταύρους σαν ανθρώπους με αλογίσια μέλη, ήταν αυτό που δημιούργησε σύγχυση ως προς τι ακριβώς ήταν οι Κένταυροι. Κατά την προσωπική μου όμως γνώμη, τα Αργοναυτικά του Ορφέα -σαν τα πιο αρχαία σωζόμενα κείμενα που αναφέρονται στους Κενταύρους- ήταν αυτά που παρέσυραν τους μετέπειτα ιστορικούς ερευνητές και καλλιτέχνες, αφού πράγματι στα δύο εδάφια που αναλύθηκαν προηγουμένως δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα ποιος είχε τις οπλές, ο Χείρωνας ή το άλογό του. Αλήθεια αν ένα τεράστιο μυαλό όπως ο Ορφέας είχε γράψει για τους Κενταύρους και για τα αλογίσια πόδια του Χείρωνα, ποιος θα τολμούσε να το αμφισβητήσει; Ουδείς.
Δυστυχώς λοιπόν κανείς δεν είχε προσέξει ότι αυτά που έλεγε ο Ορφέας για τον Χείρωνα ήταν ρητορικά σχήματα ενός μεγάλου λογοπλάστη. Απλά δεν έγραψε τη φράση ότι το άλογο χτυπούσε το έδαφος με τα αλογίσια πόδια του, αλλά για χάριν ευφωνίας και για να μην επαναλάβει δύο λέξεις (άλογο-αλογίσιο) με το ίδιο ακριβώς θέμα (αλογ-), έγραψε ότι χτυπούσε το έδαφος με τα αλογίσια πόδια του. Έτσι το υποκείμενο (στην προκειμένη περίπτωση το άλογο), εφ’ όσον το αντικείμενο (πόδια) προσδιορίζεται επιθετικά (αλογίσια) από το υποκείμενο, μπορεί να παραληφθεί. Συνεπώς και οι ιστορικοί ερευνητές, αρκετά χρόνια μετά την εξαφάνιση των Κενταύρων, τους επανέφεραν στο προσκήνιο ανατρέχοντας σε αυτά που έλεγε ο Ορφέας, αφού ήταν όχι μόνο ο μεγαλύτερος και ο πιο σεβαστός αρχαίος σοφός των παρελθόντων χρόνων, αλλά έζησε ακριβώς και την εποχή των Κενταύρων, γνωρίζοντας συνεπώς από πρώτο χέρι τη καταγωγή και την ιστορία τους.
Μην μπορώντας λοιπόν να ερμηνεύσουν σωστά τις φράσεις του Ορφέα για τον Κένταυρο Χείρωνα, οι μεταγενέστεροι άνθρωποι έπλασαν άθελά τους το μύθο για την υβριδική εμφάνιση των Κενταύρων.
Όταν λοιπόν το επάγγελμα του Κενταύρου εξαφανίστηκε μια για πάντα, έμειναν μόνο τα σκίτσα, τα γλυπτά και κάποια αρχαία κείμενα για να θυμίζουν στις επόμενες γενιές την μοναδική αυτή κάστα ανθρώπων. Στα πλαίσια των δεισιδαιμονιών και της άγνοιας των ανθρώπων, ήταν πανεύκολο να δημιουργηθούν οι απίστευτες ιστορίες για τους αλογόμορφους ανθρώπους. Χάρη όμως στα Ορφικά Κείμενα άλλο ένα τεράστιο μυστήριο της ιστορίας για την φύση αυτών των «πλασμάτων» καταρρίπτεται πανηγυρικά. Οι Κένταυροι δεν ήταν ούτε τέρατα, ούτε υβρίδια ούτε τίποτε άλλο παράξενο. Απλοί άνθρωποι με τρομερή εξειδίκευση στην ιππασία που είχαν σαν επάγγελμά τους τη βοσκή των βοδιών.
Στους στίχους 383-385 ο Ορφέας δίνει έμφαση στα χαρίσματα του Κενταύρου Χείρωνα, αφού αναφέρει ότι μεριμνά για τη δικαιοσύνη και για τα φάρμακα που γιατρεύουν κάθε ασθένεια.
Φυσικά η ετυμολογία της λέξης Χείρων δικαιολογείται απόλυτα από την τελευταία αυτή φράση.
Χείρων (από το χειρ) είναι αυτός που είναι ικανός στα χέρια, αυτός που τα χειρίζεται καλά. Και φυσικά ένας γιατρός τα χρησιμοποιεί για να γιατρεύει. Για να αλείφει βότανα. Για να διορθώνει τα σπασίματα. Για να κλείνει τις πληγές. Δηλαδή χειροπράκτης ή και χειρούργος. Τέτοιος λοιπόν γιατρός ήταν ο μέγιστος Χείρων. Με τη βοήθεια των χεριών του γιάτρευε κάθε αρρώστια.
Επίσης αναφέρει ότι ήταν άριστος μουσικός και γνώστης της κιθάρας, της φόρμιγγας, της πηκτίδας και της λύρας.
Στους στίχους 417-421 ο Κένταυρος Χείρωνας, κατά τη διάρκεια του μουσικού αγώνα με τον Ορφέα, τραγούδησε για τη μάχη των γενναιόψυχων Κενταύρων τους οποίους οι Λάπιθες σκότωσαν εξ’αιτίας των ατασθαλιών τους κι ακόμη για τη μάχη τους στη Φολόη, όταν ξαναμμένοι απ’ το κρασί όρμησαν εναντίον του Ηρακλέους. Από τα λόγια αυτά του Ορφέα αποδεικνύεται περίτρανα και η ιστορικότητα δύο ακόμη γεγονότων που δυστυχώς μέχρι σήμερα θεωρούνταν μυθολογικά -δηλαδή παραμύθια- και που περιέβαλαν τους Κενταύρους.
1) Ο «μύθος» που λέει ότι οι Λάπιθες -λαός που κατοικούσαν στη Θεσσαλία- σκότωσαν τους Κενταύρους κατά τη διάρκεια του γάμου του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια. Οι Κένταυροι κατά τη διάρκεια του γαμήλιου συμποσίου, δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τον εαυτό τους και αφού πρώτα μέθυσαν από το πολύ κρασί, έκαναν ατασθαλίες, προσπαθώντας να ασελγήσουν στη γυναίκα του Πειρίθου, καθώς και στα νεαρά αγόρια που παρευρίσκονταν στον γάμο. Ακολούθησε άγρια μάχη μεταξύ Κενταύρων και Λαπίθων, η οποία διήρκεσε μέχρι τη νύκτα και στο τέλος της οποίας οι Κένταυροι νικήθηκαν κατά κράτος και σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι. Μάλιστα στους στίχους 171-176 ο Ορφέας αναφέρει ότι ο Καινεύς, ο γιος του Ελάτου, ένας από τους Αργοναύτες, είχε πάρει μέρος στη συγκεκριμένη συμπλοκή, σαν σύμμαχος στο πλευρό των Λαπίθων. Οι Κένταυροι του έριχναν κορμούς πεύκων και ελάτων ενώ αυτός με τα πόδια μπηγμένα στο χώμα προσπαθούσε να αντισταθεί.
Πιθανότατα η φονική αυτή μάχη να σήμανε και το τέλος των Κενταύρων που ζούσαν στη Θεσσαλία. Ίσως και ο Χείρωνας να ήταν ο τελευταίος εν ζωή Θεσσαλός κένταυρος που διατηρούσε άσβεστη τη μνήμη των συντρόφων του με τη μουσική και τα τραγούδια του. Μάλιστα τα γεγονότα αυτά θα έλαβαν χώρα σαφώς λίγα χρόνια πριν το 1870 π.Χ. που έγινε η συνάντηση του Χείρωνα με τους Αργοναύτες, αφού ο κένταυρος τα αναφέρει σαν παρελθόντα γεγονότα. Δηλαδή η Κενταυρομαχία , το δημοφιλές αυτό γεγονός της μάχης Κενταύρων και Λαπίθων που είχε γίνει γλυπτό ακόμη και στον Παρθενώνα, θα διεξήχθη περί το 1880-1875 π.Χ.
2) Η μάχη των Κενταύρων με τον Ηρακλή στη Φολόη.
Αρχηγός των Κενταύρων της Φολόης (περιοχή της Ηλείας κοντά στην αρχαία Ολυμπία) ήταν ο Φόλος, ο γιος του Σειληνού και της Νύμφης Μελίας και φίλος του Ηρακλή. Ήταν και ο φύλακας του πιθαριού με το κρασί των Κενταύρων, το οποίο τους είχε προσφέρει ο Διόνυσος, με εντολή να το φυλάξουν και να το ανοίξουν μόνο όταν εμφανιστεί ο Ηρακλής. Ο Ηρακλής επισκέφτηκε τη Φολόη καθ’ οδόν προς τον Ερύμανθο -όπου και θα κυνηγούσε τον ομώνυμο κάπρο- και έγινε δεκτός με χαρά από τον κένταυρο Φόλο στη σπηλιά του. Για να ευχαριστήσει λοιπόν ο Φόλος τον φίλο του τον Ηρακλή, του προσέφερε άφθονα ψητά. Ο Ηρακλής κάποια στιγμή επάνω στο τσιμπούσι ζήτησε κρασί, αλλά όταν ο Φόλος θυμήθηκε την εντολή του Διόνυσου, δίστασε να ανοίξει το πιθάρι φοβούμενος τους άλλους Κενταύρους. Κατόπιν προτροπής του Ηρακλή άνοιξε τελικά το πιθάρι με το κρασί και του έδωσε να πιει σε ασημένιο κύπελλο. Ο φόβος του Φόλου δεν άργησε να επαληθευτεί.
Οι ξαναμμένοι από το κρασί Κένταυροι κατέφταναν στην σπηλιά για να το αρπάξουν και ρίχτηκαν πάνω στον Ηρακλή. Λογικά ο Ορφέας τους αναφέρει ξαναμμένους εννοώντας τους όχι μεθυσμένους από τη κατανάλωση του κρασιού, αλλά νευριασμένους που ο Φόλος άνοιξε το πιθάρι όσον αυτοί απουσίαζαν. Ο Φόλος κρύφτηκε στη σπηλιά από το φόβο του, ενώ ο Ηρακλής ρίχτηκε στη μάχη εναντίον τους. Άλλοι του επιτίθονταν έχοντας σαν όπλα μεγάλα ξύλα, άλλοι με μεγάλες πέτρες και άλλοι με μεγάλα τσεκούρια. Η μάχη ήταν φοβερή. Ο Ηρακλής όμως με τα φαρμακερά βέλη, που είχε βάψει από το αίμα της Λερναίας Ύδρας και με το τεράστιο ρόπαλό του, τους εξόντωσε σχεδόν όλους.
Το ιστορικό αυτό γεγονός της μάχης της Φολόης -που σήμανε το οριστικό τέλος των Κενταύρων που ζούσαν στην περιοχή αυτή της Πελοποννήσου- σαφέστατα διεξήχθη λίγα χρόνια πριν τη συνάντηση του Χείρωνα με τους Αργοναύτες . Δηλαδή περί το 1875 π.Χ. όταν και ο Ηρακλής θα ήταν ηλικιακά ένας καταξιωμένος και τρομερός πολεμιστής περίπου 27 χρονών.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο κένταυρος Χείρωνας -προκύπτει από το αρχαίο κείμενο- δεν φαίνεται να κάνει διάκριση στους αργοναύτες. Τους καλοδέχεται στην αυλή του όλους, ακόμη και τον Ηρακλή που εξόντωσε σχεδόν όλους τους Κενταύρους της Φολόης. Αυτό δείχνει ότι πιθανότατα ο μέγας Κένταυρος είχε συγχωρήσει τον Ηρακλή αφού για την μάχη στη Φολόη δεν ευθυνόταν ο μεγάλος ήρωας αλλά οι ίδιοι οι Κένταυροι.
Τη στιγμή της συνάντησης των Αργοναυτών με τον Κένταυρο Χείρωνα, αυτός ήταν μεγάλος σε ηλικία, αφού στο στίχο 454 ο Ορφέας τον αποκαλεί «Φιλλυρίδη γέροντα» (δηλαδή ως τον γέροντα γιο της Φιλλύρας). Παρόλη όμως την μεγάλη του ηλικία, ο μέγιστος των Κενταύρων είχε πάντα μαζί του τον αχώριστο φίλο του, το άλογο, αλλά και τα βόδια του που τον προμήθευαν με το απαραίτητο γάλα και κρέας.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο Ορφέας αφιέρωσε στον Χείρωνα -λογικά μετά το θάνατό του- τον Κένταυρο, τον περίφημο αστερισμό του Νοτίου ημισφαιρίου, προκύπτει ότι ο μέγιστος των Κενταύρων γεννήθηκε περί το 1940-1935 π.Χ. και πέθανε σαφέστατα πριν το 1865 π.Χ. που οι Ορφικοί άρχισαν την ονομάτιση των αστερισμών του ουρανού. Δηλαδή ο Χείρωνας πέθανε μόλις λίγα χρόνια μετά τη συνάντησή του με τον Ορφέα στο σπήλαιο του Πηλίου, πιθανότατα περί το 1870-1865 π.Χ. και σε ηλικία 70-75 χρονών. Έπρεπε να περάσουν 4000 χρόνια για να πάψει ο Κένταυρος Χείρωνας να αποτελεί «μυθολογικό» τέρας και να πάρει τη θέση του στο πάνθεον της ιστορίας -χάρη στον Ορφέα- σαν υπαρκτό πρόσωπο, σαν ένας μεγάλος γιατρός, σαν ένας μοναδικός παιδαγωγός, σαν ένας τεράστιος μουσικός, σαν ένας χαρισματικός άνθρωπος.


ΗΣΙΟΔΟΣ - ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ
Το 9000 πχ στην Τιτανομαχία καταποντίστηκε η Ατλαντίδα δημιουργώντας ένα παγκόσμιο χάος. Η τιτανομαχία είναι η αλληγορική παράσταση της μεγάλης γεωλογικής μεταβολής του εδάφους, που έγινε στα αρχαιότατα χρόνια και που η ανάμνησή της συγκρατήθηκε στο νου των ανθρώπων και διατηρήθηκε στη μυθολογία.
Στην ελληνική μυθολογία, η Τιτανομαχία ήταν ο πόλεμος μεταξύ των Τιτάνων (οι οποίοι μάχονταν από το βουνό Όθρυς) και των Ολύμπιων θεών. Είναι γνωστή, επίσης, και ως η Μάχη των Τιτάνων ή Πόλεμος των Τιτάνων.
Ο πόλεμος είχε προλεχθεί στον Κρόνο από τη Γαία και τον Ουρανό, επειδή ο Κρόνος είχε αρνηθεί να αποκαταστήσει δικαιοσύνη μετά την εκθρόνιση του πατέρα του.
Οι Τιτάνες που πολέμησαν καθοδηγούνταν από τον Κρόνο και στις τάξεις τους βρίσκονταν οι: Κόιος, Κριός, Υπερίων, Ιαπετός, Άτλας.
Οι Ολύμπιοι οδηγούνταν από τον Δία και στο πλευρό του πολέμησαν και οι: Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδης/Πλούτων, Ποσειδώνας, οι Εκατόγχειρες, οι Γίγαντες και οι Κύκλωπες.
Νικώντας μετά από δεκάχρονο πόλεμο, οι Ολύμπιοι μοίρασαν μεταξύ τους τα λάφυρα, δίνοντας στον Δία την εξουσία στον αέρα και τον ουρανό, στη θάλασσα και όλα τα υδάτινα σώματα στον Ποσειδώνα, και στον Κάτω Κόσμο στον Άδη. Η γη αφέθηκε ως κυριαρχία κοινή όλων των θεών.
Έπειτα έκλεισαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Ωκεανός και οι Τιτανίδες (Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη και Τηθύς) παρέμειναν ουδέτεροι, και γι' αυτό δεν τιμωρήθηκαν από τον Δία.
Οι Εκατόγχειρες παρέμειναν φύλακές τους, μέχρι τη στιγμή που ο Δίας τους απελευθέρωσε όλους, εκτός από τον Άτλαντα.
Ο Δίας και οι Ελληνες νικητές των Ατλάντων άρχισαν το εκπολιτιστικό τους έργο. Ο Δίας ανέβηκε στην ιεραρχία των Θεών και εγκαταστάθηκε στο άστρο της Αυγής – Σείριο. Οι αθάνατοι Ελληνες του άστρου της Αυγής και οι Θνητοί της Ελλάδας συνέχισαν το έργο του Δία . Το 9000 πχ η Αθηνά ανέλαβε επικεφαλής των αποστολών των Αργοναυτών. Η Αργώ ταξίδευε στην γη μεταφέροντας τους Αργοναύτες και τις θεεικές εντολές του Δία. Η Αργώ μπορούσε να πετάξει και αυτό είναι μια πραγματικότητα . Εκείνο που δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ,ακόμα και σήμερα , είναι ότι έμπαινε από τις πύλες του Αδη στην τέταρτη διάσταση και ταξίδευε στα Ηλύσια Πεδία στον Σείριο .
Ο κινητήρας κινούμενος με υδρογόνο μπορούσε να δημιουργήσει μία τεχνητή Στύγα , ένα ηλεκτρομαγνητικό φάσμα ,που άνοιγε τις πύλες του Αδη.
Θεοί και ήρωες ταξίδευαν με την Αργώ και μπαινόβγαιναν στην Στύγα.
Ολα αυτά μέχρι το 9000 πχ , με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα το σύστημα αχρηστεύτηκε.
Ναυπηγείο της Αργούς είναι οι Παγασές της Ιωλκού και ο Πήγασος το φτερωτό άλογο του Απόλλωνα.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
Ναός της Ιωλκίας Αρτέμιδος βρισκόταν πιθανότατα πάνω στον λόφο του Κάστρου του Βόλου. Ο λόφος αυτός βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, ανατολικά του χειμάρρου Αναύρου, του σημερινού Ξεριά, και περιβάλλεται από τείχος της βυζαντινής εποχής. Το πιθανότερο είναι ότι πάνω σε αυτό τον λόφο ήταν κτισμένη και η αρχαία Ιωλκός. Κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί λείψανα διάφορων εποχών εκεί, με τα παλαιότερα να ανάγονται στη Νεολιθική Εποχή. Επίσης, έχουν έλθει στο φως ίχνη μυκηναϊκού μεγάρου και θολωτοί τάφοι, όπως και τάφοι της κλασσικής εποχής. Από πλευράς αντικειμένων, έχουν ανακαλύφθεί πάρα πολλές αναθηματικές, επιτύμβιες, ψηφισματικές, απελευθερωτικές και τιμητικές επιγραφές. Λείψανα του ναού της Ιωλκίας Αρτέμιδος είναι κατά τον Αρβανιτόπουλο τα αρχιτεκτονικά μέλη που ανακαλύφθηκαν σε τοίχους κατοικίας κοντά στο Κάστρο. Επίσης, υλικό του ναού αυτού είχε ίσως χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο ενός βυζαντινού ναού, στη θέση του οποίου είναι κτισμένος σήμερα νεότερος ναός των Αγίων Θεοδώρων. Οι σεισμοί του 1956 έφεραν στο φως στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου λείψανα κτηρίου ανακτόρων, το οποίο φαίνεται ότι καταστράφηκε από φωτιά περί το 1200 π.Χ. (πρβλ. τη μυθολογική άλωση και καταστροφή της Ιωλκού από τον Πηλέα). Γενικώς οι σεισμοί αυτοί έδωσαν την ευκαιρία να μελετηθεί στρωματογραφικά ο λόφος του Κάστρου. Το Διμηνιό, με τη γνωστότερη μυκηναϊκή ακρόπολη, απέχει αρκετά από την ακτή ώστε να θεωρηθεί η αρχαία Ιωλκός, χωρίς κάτι τέτοιο να αποκλείεται.

ΔΙΜΗΝΙ
Ο προϊστορικός οικισμός του Διμηνίου βρίσκεται κοντά στο ομώνυμο χωριό, στο δυτικό άκρο της πεδιάδας του Bόλου. Aπλώνεται σε ένα χαμηλό λόφο (ύψος 25 μέτρα) που σήμερα απέχει περίπου 3 χιλιόμετρα από την ακτογραμμή του Παγασητικού κόλπου. Oι ανασκαφικές και γεωλογικές έρευνες δείχνουν ότι ο οικισμός βρισκόταν κατά τη Nεότερη Nεολιθική πολύ κοντά στη θάλασσα και εκτεινόταν σε μια επιφάνεια 8 στρεμμάτων. H αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε έκταση 4 στρεμμάτων, καθιστώντας έτσι το Διμήνι έναν από τους καλύτερα γνωστούς νεολιθικούς οικισμούς του ελλαδικού χώρου. Στα αρχαιολογικά του κατάλοιπα (αρχιτεκτονική, κεραμική, εργαλεία, ειδώλια, κοσμήματα) καταγράφονται για πρώτη φορά όλα τα χαρακτηριστικά της Nεότερης Nεολιθικής II στη Θεσσαλία (4800-4500 π.Χ.), που χαρακτηρίστηκε από τους πρώτους ερευνητές της ελληνικής Προϊστορίας με τον όρο πολιτισμός Διμηνίου.
Ο λόφος του Διμηνίου κατοικείται από τις αρχές περίπου της 5ης χιλιετίας π.Χ. και αναπτύσσεται σταδιακά μέχρι το 4500 π.Χ. Tις φάσεις οικιστικής ανάπτυξης υποδηλώνουν οι έξι καμπυλόγραμμοι περίβολοι, που όμως δε σώζονται σε όλο τους το μήκος. Eίναι κτισμένοι από σχιστόλιθο της περιοχής και έχουν πλάτος 0,6-1,40 μέτρα. Tο ύψος τους είναι 1,5 μέτρο στα ελεύθερα σημεία, ενώ στα σημεία που λειτουργούν συγχρόνως και ως τοίχοι σπιτιών φτάνουν τα 1,7 μέτρα. Διατάσσονται περικεντρικά και διακόπτονται σε τέσσερα σημεία από περάσματα πλάτους 0,85-1,10 μέτρα, που οδηγούν στο εσωτερικό του οικισμού. Mε τον τρόπο αυτό η οικιστική δραστηριότητα αναπτύσσεται σε πέντε περιοχές: την αυλή του κεντρικού περιβόλου και τα τέσσερα τμήματα γύρω από αυτήν. Oι δίοδοι προς την κεντρική αυλή είναι ελαφρά επικλινείς και εν μέρει πλακοστρωμένες.
Οι λίθινοι περίβολοι του Διμηνίου δε φαίνεται να ακολουθούν ένα προκαθορισμένο σχέδιο, αλλά υπακούουν στις πρακτικές ανάγκες των κατοίκων του, όπως συμβαίνει κατά τη Μέση Νεολιθική στο γειτονικό οικισμό του Σέσκλου. Πιθανότατα συνδέονται με τη σταδιακή ανάπτυξη του οικισμού, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες στέγασης του πληθυσμού που αυξάνεται συνεχώς στην ευρύτερη περιοχή κατά τη διάρκεια της Νεότερης Νεολιθικής. Η λειτουργία των λίθινων περιβόλων του Διμηνίου, καθώς και των τάφρων που περιβάλλουν σύγχρονους και άλλους οικισμούς, παραμένει ασαφής: προστασία ή δήλωση ορίων;
Aνάμεσα στους περιβόλους του Διμηνίου αφήνονται μεγαλύτεροι ή μικρότεροι κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι εξυπηρετούν τις δραστηριότητες γειτονικών κτισμάτων. O αριθμός τους υπολογίζεται σε 30-40 και εικάζεται ότι στέγαζαν 200-300 άτομα. Kατά κανόνα εφάπτονται στους λίθινους περιβόλους και οι πλευρές τους, που δεν ταυτίζονται με εκείνους, κτίζονται με λίθινα θεμέλια και τοίχους από ωμοπλίνθους. Oι στέγες είναι επικλινείς αλλά και αμφικλινείς και στηρίζονται τόσο στους περιβόλους, όσο και σε κατακόρυφους πασσάλους. Kατασκευάζονται από ξύλινα δοκάρια και λεπτά κλαδιά, τα οποία μονώνονται με πηλό και άχυρο. Tα κτήρια είναι κατά κανόνα τετράπλευρα και μονόχωρα, ενώ χρησιμοποιούνται και μεγαρόσχημα με υπόστεγη αυλή (οικία 13 στην κεντρική αυλή). Tο μεγαλύτερο κτήριο του οικισμού και ίσως από τα σημαντικότερα είναι η οικία N (10Χ5 μέτρα). Σ' αυτήν καταγράφονται όλα τα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία ενός νεολιθικού σπιτιού: δάπεδο από πατημένο πηλό, πηλόκτιστες και λιθόκτιστες εστίες και ορθογώνιες αποθηκευτικές κατασκευές που ορίζονται περιμετρικά από λίθους.
Στο νοτιοδυτικό τμήμα του Διμηνίου, ανάμεσα στο δεύτερο και τον τρίτο περίβολο, βρίσκεται κεραμικός κλίβανος που ανήκει σε εργαστήριο κεραμικής, εξειδικευμένο στην παραγωγή αγγείων με εγχάρακτη διακόσμηση, χαρακτηριστική για τη Nεότερη Nεολιθική II. O κεραμικός κλίβανος αποτελείται από ένα κυκλικό, λίθινο θεμέλιο, που ορίζει το χώρο στον οποίο στοιβάζονται τα στεγνά, ήδη διακοσμημένα αγγεία. Στη συνέχεια τα αγγεία σκεπάζονται πλήρως με κλαδιά. H επιφάνεια των κλαδιών στεγανοποιείται με μάζες νωπού πηλού, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να ελεγχθεί η θερμοκρασία όπτησης (850 οC).
Aξιοσημείωτη είναι στο Διμήνι και η εξειδίκευση στην παραγωγή κοσμημάτων (βραχιόλια, περίαπτα, χάντρες) από όστρεο σπονδύλου (οικία N), τα οποία προωθούνται, όπως και η κεραμική, μέσω δικτύων ανταλλαγών πέρα από τα όρια του οικισμού. Tα αντικείμενα αυτά αποτελούν, μαζί με τα δακτυλιόσχημα περίαπτα, τις αιχμές βελών από οψιανό της Mήλου και τα μέταλλα, αντικείμενα κοινωνικού γοήτρου μιας γεωργοκτηνοτροφικής κοινότητας που μεταλλάσσεται.
Oι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώνονται στα τέλη της Νεότερης Νεολιθικής αντανακλώνται στη χρήση του λόφου του Διμηνίου κατά την Τελική Νεολιθική και την Πρώιμη εποχή του Xαλκού. H οικία 13 του κεντρικού περιβόλου επεκτείνεται, οι δίοδοι προς την κεντρική αυλή φράζονται, και ο λόφος χρησιμοποιείται αποκλειστικά από μια οικογένεια.

ΑΠΟΛΛΩΝ
Tο όνομα Απόλλων αλλάζει συνεχώς θέση μέσα στο <<θεεικό τρίγωνο>>.
ΗΛΙΟΣ – ΥΠΕΡΙΩΝΑΣ , ΗΛΙΟΣ ΣΕΙΡΙΟΣ , ΣΥΝΟΔΟΣ.
Ο Πλούταρχος ονομάζει τον ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΣΕΙΡΙΟΥ ως ΔΙΟΝΥΣΟ και τον ΗΛΙΟ ΣΕΙΡΙΟ ως ΑΠΟΛΛΩΝΑ .
Ο Πλάτων γνωρίζοντας τον πολλαπλό ρόλο του Απόλλωνα στο σύστημα του ΣΕΙΡΙΟΥ μας πληροφορεί οτι τό όνομα ΑΠΟΛΛΩΝ αν και είναι ένα θα ταίριαζε καλύτερα στις τέσσερεις δυνάμεις του θεού ...
Ως ΑΠΟΛΛΟΥΩΝ συμβολίζει τα λουτρά και τον καθαρμό και στήνει γέφυρα με το ΑΠΛΟΥΝ. Μία δύναμη που ταυτοχρόνως ειναι τρείς και τέσσερεις συγχρόνως.
Οι ΘΕΣΣΑΛΟΙ ονομάζουν τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ , ΑΠΛΟΥΝ.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ και ΘΕΣΣΑΛΟΙ κρυπτογραφούν τον ΣΕΙΡΙΟ (ΑΣΣΑΡ) και των ΟΛΥΜΠΙΩΝ. Επιγραφές στην ΕΡΕΤΡΙΑ ΛΑΡΙΣΑΣ και στα ΦΑΡΣΑΛΑ ανευρέθησαν επιγραφές – ΑΠΛΟΥΝ - ΑΠΛΟΥΝΟΣ - ΑΠΛΟΥΝΕ



ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑΣ - ΔΙΜΗΝΙΟΥ ΚΑΙ Η ΙΩΛΚΟΣ
Από τον Τίμαιο του Πλάτωνα μαθαίνουμε ότι στην Ατλαντίδα
<< Ανοιξαν δε αρχίζοντας από την θάλασσα μεγάλο αυλάκι,στο φάρδος τρία πλέθρα και στο βάθος εκατό πόδια και στο μάκρος 50 στάδια (50 στάδια = 56 χιλ.) , ως το εξωτερικό χαντάκι. Και έτσι τα πλοία από την θάλασσα έπλεαν δια μέσου του στενού αυτού και έφταναν ως το εσωτερικό χαντάκι και ήταν σαν να βρισκόταν σε λιμάνι ... >>

Αν προσέξουμε τον οικισμό του ΔΙΜΗΝΙΟΥ δεν υπάρχει αμφιβολία για την ομοιότητα με την αρχιτεκτονική της ΑΤΛΑΝΤΙΔΑΣ. Ο αριθμός 50 κρυπτογραφεί τον Σείριο . Είναι δε ο γήινος χρόνος , 50 έτη, περιφοράς του Συνοδού γύρω απο τον Σείριο.
Οι κωπηλάτες της Αργούς ήταν 50. Τα παιδιά του Πριάμου ήταν 50. Η Ακρόπολη της Ατλαντίδας απείχε από τον κάμπο του νησιού 50 στάδια.
Στην Ακρόπολη της Ατλαντίδας υπήρχε ο Ναός του Πωσειδώνος και της Κλειτούς.
Την διοίκηση της οποίας είχε ο Ατλαντας, ο πρωτότοκος υιός.
Η Ατλαντίδα περιεβάλετο απο υψηλά βουνά ως φυσικό τείχος και η είσοδος επετρέπετο απο τα πεδινά και απο το κανάλι εισόδου απο τον Νότο.

Ο Αριστοτέλης παρέβαλε την ιστορία της Ατλαντίδας με την διήγηση του Ομήρου για το τείχος που λεγόταν οτι είχαν κατασκευάσει οι Ελληνες γύρω απο το στρατόπεδό τους στην Τροία και που αργότερα εξαφανίστηκε με θεία επέμβαση.
Ο Ομηρος όμως κρυπτογραφεί στην Ιλιάδα του απο την αρχή μέχρι το τέλος ,το άστρο του κυνός. Το <<τέλειο οχυρό>> και η μυστική γνώση για τα τείχη των Ατλάντων,των Ελλήνων , των Μήδων κα τα ξαναβρίσκουμε στα αρχιτεκτονικά έργα των μυημένων του Μεσαίωνα.
Στο κέντρο ο Πλάτων τοποθέτησε τον Θεό ως την ψυχή , της ψυχής μας. Στον εξωτερικό κύκλο τοποθέτησε πάλι τον θεό που περιέχει όμως μέσα του κάθε ύπαρξη δηλαδή την ψυχή.

Ετυμολογικά γνωρίζουμε ότι η ΙΩΛΚΟΣ σημαίνει σύστημα με τροχαλία για την καθέλκυση των πλοίων . Δηλαδή την μεταφορά των πλοίων με τροχαλία , όχι στην στεριά αλλά από την Θάλασσα στο ποτάμι ΑΝΑΥΡΟ . Εχει την σημασία του ότι το ποτάμι Αναυρος  γράφεται με αυ και όχι με β , δηλαδή  Αναβρος . Δηλαδή δεν υπήρχε πηγή που αναβρίζει , αλλά δίοδος άνευ αέρα .
 Το ερώτημα όμως είναι , αν η ονομασία  της πόλεως  ως ΙΩΛΚΟΣ είναι σύγχρονη με την πόλη ΙΩΛΚΟΣ , ή προγενέστερη , δηλαδή την πήρε για λόγους ιστορικούς , πχ από την Ατλαντίδα ; Δηλαδή στην Ατλαντίδα,  o Αναυρος(άνευ αέρος) ήταν το ποτάμι που εισήρχοντο τα πλοία δεμένα με τροχαλία στον κεντρικό λιμένα ;   
Στα Ισθμια είχαμε τον ΔΙΩΛΚΟ όπερ σημαίνει την εκατέρωθεν  μεταφορά των πλοίων .
Ο Ησίοδος  μας περιγράφει την Τιτανομαχία που έλαβε χώρα στην Θεσσαλία και μεταξύ των ορέων της Ορθεος και του Ολύμπου , ο πλανήτης γνώρισε την μεγαλύτερη καταστροφή και έμεινε στους θρύλους και στις παραδόσεις σαν τον καταποντισμό της Ατλαντίδας.
Θα ήταν παράδοξο ο καταποντισμός της Ατλαντίδος να έγινε κάπου αλλού εκτός της χώρας της Αργούς και των Παγασών . Δηλαδή στον Παγασητικό κόλπο ευρίσκεται η χαμένη Ατλαντίδα. Τον εκπολιτισμό των ανθρώπων ανέλαβε η Αργώ απο την Ιωλκό η οποία και διεσώθει απο τον καταποντισμό της Ατλαντίδας , μεταφέροντας την γνώση .
Πρώτοι κάτοικοι της περιοχής της Φθίας , οι Μινύες , Ελληνικό προιστορικό φύλο που πιθανόν κατάγεται από τον Αίολο , ήταν λοιπόν Αιολείς , με καταγωγή από τον Δευκαλίωνα.
Ο Μινύας , ο γενάρχης των Μινύων εγεννήθη στην Ιωλκό. Μητρόπολη των Μινύων ο Ορχομενός Βοιωτίας και αποικίες η Ιωλκός , η Λήμνος και η Τροία.
Δηλαδή οι Τρώες είναι Μινύες και Ατλαντες .
Οι Μινύες Ατλαντες λοιπόν δημιούργησαν την Αργοναυτική εκπολιτιστική εκστρατεία και έκτισαν ως αποικία την Τροία για τον έλεγχο των στενών των Δαρδαναλίων. Ο Αιακός βόηθησε και για την κατασκευή των τειχών.
Λαός ναυτικός αλλά και με τρομερές τεχνικές και αστρονομικές γνώσεις πολύ πρώιμες για την εποχή τους. Δεν πρέπει να τους συγχέουμε με τους Μινωίτες της Κρήτης οι οποίοι ήλεγχαν τα Κυκλαδικά νησιά και την Κρήτη . Μινύες και Μινωίτες δεν ήρθαν ποτέ σε ρήξη αντιθέτως συνεργάστηκαν.
Οι Μινύες Ατλαντες έλαβον μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία και αργότερον στον Τρωικό Πόλεμο δηλαδή εναντίον της ίδιας της αποικίας των , όταν αυτή αυτενομήθει και ανεξαρτοποιήθηκε από την Μητρόπολη με τον Πρίαμο Βασιλέα.
Ηταν λογικό επόμενο οι Μυκήναι να θελήσουν και την βοήθεια των Μινύων και των Μυρμιδόνων εναντίον των Τρώων επειδή εθίγοντο και τα δικά τους συμφέροντα ένεκα της αυτονομίας της Τροίας. Για αυτό ο Αγαμέμνων έστειλε τον πολυμήχανο Οδυσσέα να πείσει τον Αχιλλέα . Είναι λογικό και ο Αχιλλέας να διστάζει αρχικώς λόγω συγγένειας των φύλων, να συμμετάσχει στην εκστρατεία και στον Τρωικό πόλεμο.
Ηταν όμως προδιαγγεγραμμένο και από τους ΘΕΟΥΣ του ΟΛΥΜΠΟΥ να γίνουν έτσι τα πράγματα . Δηλαδή οι Μινύες Ατλαντες της ΙΩΛΚΟΥ να εκστρατεύσουν εναντίον των Μινύων Ατλάντων της ΤΡΟΙΑΣ.
Τα πράγματα ξεκίνησαν από τους γάμους του ΠΗΛΕΑ με την ΘΕΤΙΔΑ στο Πήλιο .
Στον γάμο παρερεύθησαν και άπαντες οι ΘΕΟΙ και τους παπούδες ΟΥΡΑΝΟΥ και της ΓΑΙΑΣ περιλαμβανομένων. Στον γάμο αυτόν , στην τελευταία εμφάνιση των Θεών επι της γής παρθήκθαν αποφάσεις ... μέσω της Εριδας. Η Ερις λοιπόν μη προσκληθείσα στον γάμο έστειλε χρυσό μήλο με αναφορά στην καλλίστη... Ο Δίας εκεί έκανε το μοιραίο λάθος να ορίσει ως κριτή τον Πάρι της Τροίας. Ο Πάρις επέλεξε μεταξύ των γυναικών ΘΕΩΝ – ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ – ΑΘΗΝΑΣ – ΗΡΑΣ την ΑΦΡΟΔΙΤΗ . Ετσι ξεκίνησε ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ .
Το ερώτημα είναι γιατί ο ΔΙΑΣ έκανε αυτό το λάθος ή το έκανε σκόπιμα.
Εκ του αποτελέσματος συμπεραίνουμε ότι όλα ήταν προσχεδιασμένα. Οι ΘΕΟΙ διχάστηκαν στον Τρωικό Πόλεμο . Η ΙΩΛΚΟΣ κατέστρεψε την ΤΡΟΙΑ αλλά και ίδια η ΙΩΛΚΟΣ έπαψε να υφίσταται πλέον . Οι ΘΕΣΣΑΛΟΙ λαός βουκολικός , από την Πίνδο , κατέλαβε την ΙΩΛΚΟ . Η ΓΝΩΣΗ και η ΕΠΙΣΤΗΜΗ που έφεραν οι ΜΙΝΥΕΣ ΑΤΛΑΝΤΕΣ εξαφανίσθηκαν . Μαζί με τη ΓΝΩΣΗ των Μινύων εξαφανίστηκαν και ΟΙ ΘΕΟΙ και έχουμε τέλος εποχής. Οι άνθρωποι πλέον έπρεπε να πορευτούν εκ του μηδενός.

Πεισθείς τελικά ο Αχιλλέας , η συμμετοχή των Μινύων ηταν καταλυτική για την έκβαση του πολέμου . Υπολογίζεται η συμμετοχή των Μυρμιδόνων και λοιπών Θεσσαλικών φύλων στο ήμισυ του συνολικού στρατεύματος . Ως εκ τούτου και η στρατηγική δύναμη του Αχιλλέα ήταν μεγάλη και σημαντική αν και αργηχός και ψυχή της εκστρατείας ήταν ο Αγαμέμνων.
Με την θετική έκβαση του πολέμου , ο υιός του Αχιλλέα , ο Νεοπτόλεμος ήταν αυτός που σκότωσε τον Πρίαμο. Ο Νεοπτόλεμος πήρε μαζί του την γυναίκα του Εκτορα ,Ανδρομάχη .

Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου , οι Θεσσαλοί , λαός ορεινός της Πίνδου βρήκαν την χώραν αποδυναμομένη στρατιωτικώς και σταδιακώς κατέλαβον την περιοχή . Με το πέρας του πολέμου ήταν ήδη εγκαταστημένοι στην περιοχή ,την σημερινή Θεσσαλία.
Με την έλευση των Θεσσαλών οι Μινύες κατακτημένοι ,υποτελείς στην αρχή, στο τέλος αναμίχθησαν με τους Θεσσαλούς και εξαφανίσθηκαν ως φύλο.

Ο Νεοπτόλεμος που επέστρεψε από την Τροία από την στεριά δια μέσου της Θράκης εγκαταστάθηκε στην Ηπειρο. Με την Ανδρομάχη γέννησε υιό τον Μολοσσό , γενάρχη της φυλής των Μολοσσών. Από την φυλή των Μολοσσών κατήγετο και η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου , Ολυμπιάς . Τελικώς ο Νεοπτόλεμος σκοτώθηκε  από τον Ορέστη , υιό του Αγαμέμνωνα στους Δελφούς όπερ και τελειώνει οριστικώς ο κύκλος των Μινύων , Μυκηνών.

ΜΙΝΥΕΣ
Μινύες, ένα όνομα θρύλος, το όνομα ενός λαού δια τον oποίον ελάχιστα γνωρίζουμε, αν και οι ίδιοι μας άφησαν ακριβή κληρονομιά πολλά από τα επιτεύγματα τους. Κανείς όμως, από τους αρχαίους ήδη χρόνους, δεν ήτο εις θέσιν να απαντήση ασφαλώς στα ερωτήμα -τα περί της καταγωγής των και περί της αρχικής των κοιτίδας. Οι αρχαίοι ιστορικοί -Ηρόδοτος, Παυσανίας, Διόδωρος- θεωρούν ως κοιτίδα των Μινυών την περιοχή από τον βοιωτικό Ορχομενό έως και τις νότιες παρυφές της θεσσαλικής πεδιάδος, περιοχή που ταυτίζεται, εν μέρει τουλάχιστον, με την Oμηρική Ελλάδα, την Φθία. Ο Όμηρος στα έπη του αναφέρει τον βοιωτικό Ορχομενό, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξι των Μινυών πριν από τα Τρωικά. Προσφάτως δε ανεκαλύφθησαν πινακίδες της Γραμμικής Β', στις οποίες αναγράφεται το όνομα «Μενύας». Η αρχαιολογική έρευνα όμως στην περιοχή του βοιωτικού Ορχομενού απεκάλυψε ευρήματα της νεολιθικής εποχής, ανάλογα με αυτά του Σέσκλου και του Διμηνίου. Βάσει πάντα της αρχαιολογικής ερεύνης, ο Ορχομενός φαίνεται ότι κατοικείτο συνεχώς από την νεολιθική έως και την σύγχρονη εποχή, χωρίς διακοπές και διαλείμματα. Στην περίοδο μετά από την εκστρατεία των Επιγόνων και την πρόσδεσι της Βοιωτίας στο Μυκηναϊκό άρμα και ο Ορχομενός εντάσσεται στο Μυκηναϊκό γεωπολιτικό σύστημα. Για αυτό αναφέρεται η συμμετοχή του στα Τρωικά, με 30 πλοία, στο πλαίσιο της «βοιωτικής κοινοπολιτείας», στην οποία ήσαν εντεταγμένες όλες οι βοιωτικές πόλεις πλην των Θηβών.
Η Ιστορία όμως του γένους των Μινυών χάνεται στα βάθη του χρόνου και σχετίζεται, αρχικώς, περισσότερο με τον θεσσαλικό νεολιθικό πολιτισμό, παρά με τον βοιωτικό. Αυτό είναι εντελώς φυσιολογικό, εάν αναλογισθούμε ότι η Θεσσαλία ήτο η κοιτίς, ο πρώτος πολιτισμικός φάρος όλων των Ελλήνων. Από τον Ορχομενό, αναφέρει ο Στράβων, Μινύες έφθασαν στον Παγασητικό κόλπο και ίδρυσαν την Ιωλκό, η οποία, όμως, βάσει των τελευταίων αρχαιολογικών ερευνών ταυτίζεται με το Διμήνι! Άρα, εφ' όσον γνωρίζουμε περίπου το πότε ιδρύθηκε η πόλις του Διμηνίου, γνωρίζουμε και το πότε επραγματοποιήθη η πρώτη εξάπλωσις των Μινυών. Στα μέσα ή έστω στα τέλη λοιπόν της 5ης χιλιετίας π.Χ. οι Μινύες του Ορχομενού, στερούμενοι ενός καλού λιμένος στην Βοιωτία, εγκατεστάθησαν στην Μαγνησία, στις παρυφές της μεγάλης θεσσαλικής πεδιάδος. Οι λόγοι για την μετεγκατάστασι αυτή ήσαν καθαρά οικονομικοί και εσχετίζοντο τόσο με την απόκτησι ασφαλούς λιμένος, όσο και με την εκμετάλλευσι της θεσσαλικής πεδιάδος. Μοιραία οι Μινύες του Διμηνίου θα ήλθαν σε σύγκρουσι με τους κατοίκους του Σέσκλου για τον έλεγχο της πεδιάδος. Αυτό εξηγεί και την καταστροφή του Σέσκλου από έναν ακόμα εμφύλιο πόλεμο -φαινόμενο ενδημικό στην αρχαία Ελλάδα. Ακριβώς αυτή η κυριαρχία των Μινυών στην θεσσαλική πεδιάδα θα τους προσδώση πλούτη αμύθητα, τόσα ώστε αιώνες αργότερα να κάνουν τον Αχιλλέα να λέγη στον Αγαμέμνονα: «ούδ' ει μοι δεκάκις τε και εικοσάκις τόσα δοίη όσσα τε οι νυν εστί, και εϊ πόθεν άλλα γένοιτο, ούδ' όσ' ες Ορχομενόν ποτινίσεται, ούδ' όσα Θήβας Αιγύπτιας, όθι πλείστα δόμοις εν κτήματα κείται...» (Ιλιάς, α.379-382). Τόσο ονομαστή ήταν για τον πλούτο της η πόλις των Μινυών. Ο μέγας Όμηρος πάντως στο συγκεκριμένο χωρίο μόνο τυχαία δεν συγκρίνει τον Ορχομενό με τας Θήβας της Αιγύπτου. Οι δύο πόλεις συνδέονται άμεσα, θα δούμε παρακάτω το πώς.
Οι αρχαίοι Ιστορικοί θεωρούν τους Μινύες φύλο Αιολικό, εφ' όσον αντλούν την καταγωγή τους από τον Αίολο, τον υιό του Ελληνος, εγγονό του Δευκαλίωνος. Άρα οι Μινύες ήσαν φύλο ελληνικό, αντλώντες την καταγωγή των από τον ίδιο τον Έλληνα, τον γενάρχη της φυλής μας.
Κακώς, κατά την άποψί μας αποδίδεται στους Μινύες Αιγυπτιακή καταγωγή. Δεν ήσαν οι Μινύες Αιγύπτιοι άποικοι στην Ελλάδα. Ήσαν οι ιδρυτές του Αιγυπτιακού βασιλείου Έλληνες! Κατά μία άποψι δε οι Μινύες σχετίζονται και με τους Μινωίτες της Κρήτης. Από πολύ νωρίς δε το κηδεστικό διάγραμμα των Μινυών συνεδέθη με αυτό των Θεσσαλών, από την γενεά του Πηνειού. Ο ίδιος ο Μινύας, ο επώνυμος ήρως του λαού των Μινυών, ήτο εγγονός του Ποσειδώνος. Οι δε κόρες του Μινύος, Περικλυμένη, Αλκιμίδη και Φυγομάχη πανδρεύτηκαν τους Θεσσαλούς ήρωες Φέρη, Αίσονα και Πελία και εβασίλευσαν μαζί τους στις πόλεις Φερές, Αισονιάδα και Ίωλκό, αντιστοίχως. Έχουμε λοιπόν πλήρη ταύτισι των μυθολογικών και των φιλολογικών πηγών οι οποίες επαληθεύονται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, μέσω των οποίων τεκμηριώνεται η σύνδεσις Μινυών και Θεσσαλών. Και όχι μόνο. Ευρήματα της λεγομένης Μινυακής κεραμικής ευρέθησαν στην βόρεια Ελλάδα, αλλά και στην μικρασιατική Ελλάδα και κυρίως στην περιοχή γύρω από την Τροία. Έχοντας ως δεδομένο από τους αρχαίους συγγραφείς ότι η Λήμνος ήτο επίσης Μινυακή, δεν δυσκολευόμεθα να αναγνωρίσουμε και την ταυτότητα των Ελλήνων Τρωαδιτών.
Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ορχομενός, η πρωτεύουσα του κράτους των Μινυών, αλλά και η μεγάλη τους αποικία, η Ιωλκός, ήσαν οι κυρίαρχες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος. Η παρακμή ήλθε σταδιακά εξ αιτίας των αδιάκοπων πολέμων των Μινυών κατά της ανερχομένης δυνάμεως του βοιωτικού πεδίου, των Θηβών. Οι περί του Ηρακλέους θρύλοι είναι άκρως διαφωτιστικοί στο σημείο αυτό, περί της ακμής των Μινυών, οι οποίοι είχαν καταστήσει φόρου υποτελή την πόλι των Θηβαίων και περί της ενάρξεως της παρακμής τους, κατόπιν της ήττας τους από τον Ηρακλή. Η ήττα αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίησι των Θηβών, οι οποίες εξελίχθησαν σε πρώτη δύναμι στην Βοιωτία. Η κατάστασις μετεβλήθη υπέρ των Μινυών, μετά την υποταγή των Θηβών στην Μυκηναϊκή στρατιά των Επιγόνων -μία γενεά πριν από τα Τρωικά. Για τον λόγον αυτόν ο Ορχομενός εμφανίζεται στην Ιλιάδα να συμμετέχη στην πανελλήνια εκστρατεία με 30 πλοία, έχοντας υπό την εξουσία του και την γειτονική πόλι Ασπληδώνα. Σε καμμία περίπτωσι όμως ο Ορχομενός και οι Μινύες δεν ανέκτησαν την παλαιά αίγλη. Μετά δε τα Τρωικά, όταν η Μυκηναϊκή ισχύς ευρίσκετο υπό κατάρρευσι, αι Θήβαι ανεστήθησαν και ο Ορχομενός περιέπεσε οριστικώς στην αφάνεια, στην σκιά της μεγάλης αντιπάλου πόλεως.
Όπως είδαμε οι Μινύες ήσαν φύλο Αιολικό. Σύμφωνα με την «καθιερωμένη» άποψι οι Μινύες κατοικούσαν στην Θεσσαλία, από την οποία αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν, πιεζόμενοι από τους Θεσσαλούς, οι οποίοι κατήρχοντο από τον Βορρά. Η άποψις όμως αυτή δεν συνάδει με την μαρτυρία του Στράβωνος, ο όποιος αναφέρει ως κοιτίδα τους την βόρειο Βοιωτία, από την οποία οι Μινύες εκινήθησαν και αποίκησαν την θεσσαλική Μαγνησία. Όλοι δε οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν ως Μινύες τους κατοικούντες στον Παγασητικό, διαχωρίζοντας τους από τους λοιπούς Θεσσαλούς. Η χρονολόγησις βεβαίως όλων αυτών των γεγονότων δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να γίνη με ασφάλεια. Μόνον εμμέσως, βάσει πάντα των αρχαίων πηγών, αλλά και των αρχαιολογικών ευρημάτων, μπορούμε, παρακινδυνευμένα πάντα, να υποθέσουμε ότι ο Μινυακός λαός άρχισε να αναπτύσση πολιτισμό από τα μέσα περίπου της 5ης χιλιετίας. Η περιοχή του Ορχομενού καθίστατο εύφορη, αρδευόμενη από τα ύδατα του ποταμού Κηφισού (Μέλας στους κλασσικούς χρόνους, σήμερα Μαυρονέρι), αλλά και από την λίμνη Κωπαΐδα.
Στην βορειοανατολική όχθη της λίμνης οι Μινύες ίδρυσαν -στο ύψος της σημερινής Λάρυμνας- την πόλι Κώπαι, από την οποία έλαβε και η λίμνη το όνομα της -προηγουμένως ονομάζετο Κηφισίς. Η πόλις Κώπαι είχε διπλό λιμένα, έναν λιμναίο και έναν θαλάσσιο. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι οι Μινύες ήσαν ναυτικός λαός. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ίδιος ο Μινύας εθεωρείτο απόγονος του Ποσειδώνος. Ο Στράβων επίσης αναφέρει ότι ο Ορχομενός ήτο μέλος της αρχαιότερης ναυτικής Αμφικτυονίας, στην οποία συμμετείχαν επίσης αι Αθήναι, αι Πρασιαί, η Αίγινα, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη (Στράβων, VIII 6,11). Στην δε περίοδο της ακμής του το κράτος των Μινυών εξετείνετο σε όλην την βόρειο Βοιωτία, την σημερινή Φθιώτιδα και την σημερινή Μαγνησία. Αι πόλεις Κορώνεια, Χαιρώνεια, Αλίαρτος, Λεβάδεια, Λάρυμνα, Ανθηδών, Κώπες, Ασπληδών, Ιωλκός, Φερραίς και Αισονιάς ευρίσκοντο όλες υπό το σκήπτρο του άνακτος του Ορχομενού. Ωστόσο η ενδυνάμωσις και η ανάπτυξις του βασιλείου δεν έγινε από την μία στιγμή στην άλλη.
Είμεθα σε θέσι να αναγνωρίσωμε δύο σημεία -σταθμούς, όσον αφορά στην ανάπτυξι του Μινυακού βασιλείου. Το πρώτο είναι αναμφιβόλως η ίδρυσις της αποικίας, της Ιωλκού, η οποία συνδέεται άμεσα και με την Αργοναυτική Εκστρατεία. Το δεύτερο όμως αφορά στην αποξήρανσι της λίμνης Κωπαΐδος και την γεωργική εκμετάλλευσι των νέων εκτάσεων γης. Μέχρι πρότινος οι μελετητές έκαναν λόγο για μία μόνο επιχείρησι αποξηράνσεως της λίμνης, κατά τους πρώιμους Μυκηναϊκούς χρόνους περί τα μέσα της 2ας χιλιετίας π.Χ. Βάσει νέων ερευνών όμως ο καθηγητής Θ. Σπυρόπουλος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η λίμνη είχε για πρώτη φορά αποξηρανθή στα τέλη της 4ης η στις αρχές της 3ης χιλιετίας, περί το 3100-2800 π.Χ.. Το καταπληκτικό αυτό έργο της αποξηράνσεως της λίμνης σε τόσο πρώιμους χρόνους το εξετέλεσαν οι Μινύες με εξαιρετική τεχνική.
Απομεινάρια του δε μπορεί ακόμα και σήμερα να διακρίνη ο επισκέπτης στην μεγάλη καταβόθρα της Κωπαΐδος, μεταξύ Λάρυμνας και Γλά. Οι Μινύες θεωρούνται όμως πρωτοπόροι στην κατασκευή τεχνικών έργων, όχι μόνο στις υπ' αυτούς χώρες, αλλά και στην Πελοπόννησο. Μοιραία λοιπόν οι Μινύες και τα τεχνικά τους επιτεύγματα συνεδέθησαν και με τον Ηρακλή, έναν από τους Ιδαίους Δακτύλους, κατά τον Παυσανία (Βοιωτικά, 27). Ένα από τα έργα τους στην περιοχή της Αργολίδος φαίνεται να είναι και η περίφημος πυραμίς του Ελληνικού. Φυσικά, κατά την καθιερωμένη άποψι, η πυραμίδα του Ελληνικού θεωρείται φρυκτωρία των ελληνιστικών χρόνων. Βάσει των αρχαιομετρικών όμως ερευνών του ακαδημαϊκού και πανεπιστημιακού καθηγητού Ι. Λυριντζή, η πυραμίς του Ελληνικού τοποθετείται χρονολογικώς στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. και είναι αρχαιοτέρα των Αιγυπτιακών πυραμίδων. Ο καθηγητής Ι. Λυριντζής, χρησιμοποιώντας την μέθοδο της θερμοφωταυγίας, έχει αναχρονολογήσει και τα κυκλώπεια τείχη των Μυκηνών τοποθετώντας τα χρονολογικώς επίσης στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Στο σημείο αυτό όμως θα ήτο σκόπιμο να επιχειρήσουμε μία σύντομο νοητή περιήγησι στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, εκεί γύρω στα μέσα της 4ης χιλιετίας, την περίοδο κατά την οποία η Ελλάς εισέρχεται στην εποχή του χαλκού. Την ίδια περίοδο η Αίγυπτος διανύει την προδυναστική της φάσι και ο μέγας Κυκλαδικός και Μινωικός πολιτισμός δεν έχει ακόμα φθάσει στο απόγειο της λάμψεώς του. Στο βόρειο Αιγαίο όμως, όπως και στην Θεσσαλία, έχουν ήδη ιδρυθή πόλεις, η δε Πολιόχνη της Λήμνου έχει καταστή, αναγνωρισμένα βάσει των ερευνών της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, μεταλλουργικό κέντρο της περιοχής. Είναι δε τόση η ακμή της, ώστε άποικοι από αυτήν θα ιδρύσουν, περί το 3200-3000, την Τροία. Στην νήσον του Ηφαίστου -δεν απεδόθη τυχαία στον θεό των μετάλλων- πραγματοποιείται η κατεργασία των μετάλλων, που φθάνουν από τον Εύξεινο Πόντο, μέσω των εμπορικών οδών που οι Μινύες Αργοναύτες είχαν ανοίξει. Εάν όμως ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας η Λήμνος, για την οποία όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι αποικίσθη από Μινύες κατά την διάρκεια της Αργοναυτικής Εκστρατείας, είχε καταστή μεταλλουργικό κέντρο, πότε άραγε να επραγματοποιήθη η συγκεκριμένη εκστρατεία; και τι αλήθεια εκφράζει ο μύθος του Φρίξου, της Έλλης και του Χρυσόμαλλου Δέρατος; Μήπως την πρώτη απόπειρα των Ελλήνων Μινυών να εξερευνήσουν ανεπιτυχώς τις άγνωστες θάλασσες του Πόντου και της Βαλτικής; Επίσης θα πρέπει να προβληματισθούμε σχετικώς με την συγκρότησι του Αιγυπτιακού βασιλείου, Ιδρυτής και πρώτος βασιλεύς του οποίου ήτο κάποιος Μιν (ή Μην, Μένες ή Μήνες στα αιγυπτιακά = Μηνάς - Μήνας), και η ημερομηνία ιδρύσεως του οποίου τοποθετείται στην κρίσιμη ακριβώς περίοδο του τέλους της 4ης χιλιετίας π.Χ. Την ίδια ακριβώς περίοδο, τυχαία (;), γεννάται και ο λαμπρός Σουμεριακός πολιτισμός στίς εκβολές του Τίγρητος και του Εύφράτου.
Είναι γενικώς παραδεκτό ότι οι Μινύες υπήρξαν, όπως όλοι οι Έλληνες, ναυτικοί άριστοι. Πέραν των φιλολογικών πηγών το ανωτέρω συμπέρασμα έρχεται να επιβεβαιώση και η αρχαιολογική σκαπάνη, αφού έχουν ανακαλυφθή πήλινα ομοιώματα πλοίων, ακόμα και στην δυτική Θεσσαλία, την τόσο απομεμακρυσμένη από την θάλασσα, της 5ης χιλιετίας π.Χ. και αν ο Οψιδιανός από την Μήλο, που ευρέθη στο σπήλαιο Φράγχθι, αποτελεί, σύμφωνα με ορισμένους, απλώς αμφίβολο ένδειξι, τότε οι παραστάσεις τριαντακοντόρων στα τηγανόσχημα σκεύη από τις Κυκλάδες -3η χιλιετία- οι βραχογραφίες νηοπομπής από τον Στρόφιλα της Άνδρου -4η χιλιετία π.Χ•- και οι βραχογραφίες του Παγγαίου με παράστασι κωπηλάτου, Ιστιοφόρου πλοίου -5η χιλιετία π.Χ.- τι άραγε αποτελούν; Το ότι οι Έλληνες είχαν αναπτύξει από νωρίς την ναυτική τέχνη, κατασκευάζοντας πραγματικά πλοία και όχι παπυρένιες σχεδίες, τεκμηριώνεται λοιπόν από τα ευρήματα της Ελληνικής γης, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων κακόπιστων, Ελλήνων δυστυχώς. Φυσικά πρωτοπόροι στην ανάπτυξι της ναυτικής τεχνογνωσίας, σε κάθε επίπεδο, πρέπει να ήσαν οι παράκτιοι και οι νησιωτικοί πληθυσμοί. Στην περίοδο μεταξύ 4000-3500 π.Χ. όμως δεν έχουμε αποδείξεις υπάρξεως κρατικών μορφωμάτων στην νησιωτική χώρα, αντίθετα με την ηπειρωτική, όπου μεσουρανούσε το κράτος των Μινυών.
Έχουμε δει (βλ. Ελλήνων Ιστορία τ.6, «Ινδοευρωπαίοι: Η αόρατος Φυλή») ότι ήδη από την 6η χιλιετία π•Χ• είχε αναπτυχθή στην Θεσσαλία ένας μεγάλος πολιτισμός, δημιούργημα του οποίου ήτο και η ίδρυσις της πρώτης πόλεως της Ευρώπης, του Σέσκλου. Ο πολιτισμός αυτός εξελίχθη και προϊόν του, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήτο το Διμήνι, το οποίο ταυτίζεται σήμερα με την Μινυακή Ιωλκό. Μπορούμε λοιπόν με ασφάλεια να ομιλούμε περί συγκροτήσεως ενός είδους έστω κρατικού μορφώματος, κάτω από ένα συγκροτημένο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων, με συγκεκριμένη πολιτική-θρήσκευτική εξουσία και ένα συγκεκριμένο δίκτυο υπηρεσιών. Είναι λογικό ένα συγκροτημένο κράτος-βασίλειο να έχη μεγαλύτερες δυνατότητες αναπτύξεως από μία μεμονωμένη πόλι ή μία φυλή. Ένα βασίλειο έχει επίσης και διαφορετικές ανάγκες και υποχρεούται εκ των πραγμάτων να επενδύη στον τομέα της αμύνης αλλά και του εμπορίου. Το ήδη συγκροτημένο βασίλειο του Μινυακού Ορχομενού επεχείρησε την πρώτη, αποτυχημένη κατά τα φαινόμενα, επιχείρησι διανοίξεως των εμπορικών δρόμων μέσω του βορείου Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου (ταξίδι Φρίξου και Έλλης). Οι Μινύες δεν φαίνεται ότι επεχείρησαν, άμεσα τουλάχιστον, να διεισδύσουν στο νότιο Αιγαίο, ίσως διότι εκεί υπήρχε το αντίπαλο δέος των Κυκλαδιτών και των Κρητών. Περί το έτος 3200 π.Χ. όμως έχουν ήδη αποικήσει την Λήμνο -Πολιόχνη- και την βορειοδυτική Μικρασιατική ακτή -Τρωάδα. Άρα τότε περίπου πρέπει να επραγματοποιήθη και η Αργοναυτική Εκστρατεία και όχι στους Μυκηναϊκούς χρόνους, όπου πολλοί την τοποθετούν.
Έχοντας εγκατασταθή σταθερά στα στενά του Ελλησπόντου και ελέγχοντας πλήρως τις εμπορικές οδούς, δια ξηράς και θαλάσσης (όπως μαρτυρεί η συμμετοχή ονομαστών Θρακών ηρώων στην Αργοναυτική Εκστρατεία), οι Μινύες ίδρυσαν μία ελληνική εμπορική αυτοκρατορία, η ζώνη επιρροής της οποίας εξετείνετο από την βόρειο Βοιωτία έως και την βορειοδυτική Μικρά Ασία. Έτσι ετέθη και το πλαίσιο για την έκρηξι του Τρωικού Πολέμου αργότερα, όταν η αποικία Τροία, είχε αναλάβει τα ηνία της αυτοκρατορίας, υποσκελίζοντας τις μητροπόλεις Ορχομενό και Ιωλκό. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι Μινύες έφθασαν και ως την Αίγυπτο συντελώντας στην ίδρυσι του Αιγυπτιακού κράτους και μεταφέροντας στους Αιγυπτίους το σεληνιακό ημερολόγιο, το όποιο αυτοί ως ναυτικοί είχαν επινοήσει. Για τον λόγο αυτό και ο πρώτος Αιγύπτιος Φαραώ ονομάζετο Μην (μήνας = χρονικό διάστημα από μία νέα σελήνη στην επομένη), όνομα που παρέμεινε ιερό στους Αιγυπτίους έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους (εξ ου και ο Άγιος της Εκκλησίας μας Μήνας ο Αιγύπτιος). Ο συγκεκριμένος μάλιστα Φαραώ εδίδαξε στους Αιγυπτίους την τεχνική κατασκευής αρδευτικών έργων, με τα οποία ήλεγξαν τις πλημμύρες του Νείλου και κατώρθωσαν να αναπτύξουν την γεωργία. Έχοντας υπ' όψιν ότι οι Μινύες ήσαν οι πρώτοι οι οποίοι κατώρθωσαν να τιθασεύσουν την φύσι, αποξηραίνοντας την λίμνη Κωπαΐδα, μπορούμε να υποθέσουμε ποιοί ήσαν και αυτοί οι οποίοι εδίδαξαν τους Αιγυπτίους και ενδεχομένως και τους Σουμερίους. Σύμφωνα πάντως με άλλη άποψι ο ιδρυτής του Αιγυπτιακού βασιλείου ήτο Μινωίτης.
Οι Μινύες φαίνεται ότι κάποια στιγμή σχετίσθηκαν και με τους Μινωΐτες -ενδεχομένως να συνέβη και το αντίθετο, αν και τα ευρήματα συνηγορούν υπέρ της πρώτης απόψεως. Ωστόσο υπάρχουν και ερευνητές, όπως ο Βρεταννός αρχαιολόγος Πάρσον, οι οποίοι ταυτίζουν Μινύες και Μινωΐτες, θεωρώντας ότι επρόκειτο περί του ιδίου λαού, ο οποίος σταδιακά εξαπλώθηκε από την ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κρήτη, την Αίγυπτο και την Μεσοποταμία -την χώρα των Σουμερίων. Η άποψις αυτή συνάδει με την θεώρήσι του Εβανς, ο οποίος τοποθετούσε την προανακτορική φάσι του Μινωικού Πολιτισμού πριν από το 3200 π.Χ., δηλαδή στην κρίσιμη ακριβώς υπό εξέτασιν περίοδο. Και πράγματι είναι εκπληκτικό το ότι περί τα τέλη της 4ης χιλιετίας παρατηρείται μία πολιτισμική έκρηξις σε ολόκληρη την Ανατολή, της οποίας όμως κανείς δεν μπορεί να εξήγηση τις αιτίες γενέσεως, οι οποίες φυσικά δεν συνδέονται με την λεγομένη έλευσι των Ινδοευρωπαίων, που άλλωστε, ακόμα και αν για την οικονομία του λόγου δεχθούμε την ύπαρξί τους ούτε στην Αίγυπτο έφθασαν ούτε στην νότιο Μεσοποταμία. Στις χώρες αυτές θα μπορούσε να φθάση μόνο ένας λαός, ο οποίος μπορούσε να εκμεταλλευθή τον μεγαλύτερο εμπορικό δρόμο της εποχής, την θάλασσα. Μη περιοριζόμενοι όμως στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, θα μπορούσαν κάλλιστα να εκμεταλλευθούν και τις αντίστοιχες χερσαίες, που οι ίδιοι είχαν άλλωστε ανακαλύψει:
Η μία ξεκινούσε από την Τροία και είτε διασχίζοντας το υψίπεδο της Μικράς Ασίας, είτε ακολουθώντας την ακτογραμμή, κατέληγε στην Συρία, στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία.
Η άλλη ξεκινούσε από την Μίλητο (ένας από τους Αργοναύτες, ο Εργίνος, ήλθε από την Μίλητο, σύμφωνα με τα Ορφικά και τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, γεγονός που σημαίνει ότι η Μίλητος είχε ίδρυθή πολύ παλαιά) και οδηγούσε στην Αίγυπτο και στην Μεσοποταμία.
Από αυτές τις οδούς εκινήθη, βάσει του μύθου, ο Διόνυσος και οι ακόλουθοι του και έφθασαν έως την μακρινή Ινδία. Τις ίδιες οδούς ακολούθησε αργότερα και ο Ηρακλής, σταθμεύοντας μόνον ενώπιον του απόρθητου οχυρού της Αόρνου Πέτρας. Από την αυτήν οδό εκινήθη και ο Ηρακλείδης Αλέξανδρος, για να φθάση και αυτός στην Ινδία, καταλαμβάνοντας όμως την Άορνο Πέτρα.
Τα τεχνικά έργα των Μινυών
Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδώσει στους Μινύες ένα πλήθος τεχνικών έργων (υδραυλικά έργα, κυκλώπεια τείχη), που προκαλούν μέχρι σήμερα τον θαυμασμό μας. Το υψηλότατο επίπεδο τεχνογνωσίας δε εις το οποίον είχαν φθάσει, εντυπωσιάζει και τους πλέον προοδευτικούς τεχνοκράτες. Οι αρχαίοι Έλληνες ίσως γι' αυτό να είχαν αποδώσει στον ημίθεο Ηρακλή τα έργα αυτά, καθώς και όλες τις φυσικές καταβόθρες, θεωρώντας τις κι αυτές έργα του υπεράνθρωπου ήρωος. Κατά την κρίσι τους μόνον ένας ισόθεος μπορούσε να κατασκευάση ανάλογα έργα. Το 1944, ο Χρήστος Θ. Πανάγος ομίλησε πρώτος στην διδακτορική του διατριβή για τα υδραυλικά έργα των Μινυών στον αρχαίο Πειραιά. Ο ίδιος μάλιστα ανεγνώριζε ως πρώτο σημείο αφίξεως των Μινυών στην Αττική τον Πειραιά. Κατά τον Χ. Θ. Πανάγο, ο τότε βασιλεύς των Αθηνών Μούνιχος τους παρεχώρησε ως κατοικία μία περιοχή του Πειραιώς, την οποία ονόμασαν προς τιμήν του Μουνιχίαν ή *****χιον. Κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής τους λοιπόν οι Μινύες κατεσκεύασαν ένα εκπληκτικό δίκτυο υδραυλικών έργων. Σε αυτούς απέδωσε ο συγγραφεύς την «Σπηλιά της Αρετούσας», διάφορους υπογείους οικήσεις σε βράχους και το σπουδαιότερο εξ όλων των μνημείων, το «Σηράγγιον» ή την «Σπηλιά του Παρασκευά», όπως ήταν κάποτε γνωστή, στην απότομη βραχώδη πλευρά της Καστέλλας. Η έρευνα απέδειξε ότι η υπόγειος στοά του Σηραγγίου εισχωρεί σε βάθος 12 μέτρων εντός του βράχου της περιοχής και διέρχεται κάτω από την Λεωφόρο Φαλήρου. Στο βάθος δε της σπηλαιώδους αυτής στοάς είχαν ανακαλυφθή τότε πανάρχαιοι τάφοι με ένα φρέαρ (πηγάδι) στο πρόσθιο μέρος. Γράφει χαρακτηριστικά ο Πανάγος: «πλησίον της κορυφής του λόφου της Μουνιχίας και προς την Δυτική πλευρά υπάρχει ευρύχωρο όρυγμα με κατεύθυνσι από Νότο προς Βορρά.
Επάνω στον βράχο υπάρχουν 165 βαθμίδες, που δημιουργούν κλίμακα. Κάτω από την κλίμακα και σε βάθος 65μ. υδραγωγοί σωλήνες οριζοντίως, περιέργως επικοινωνούντες δια ρωγμών προς τα επάνω της ακροπόλεως είχαν σχετισθή από τον αείμνηστο αρχαιολόγο Ι. Ραγκαβή με τα αρχαιότατα έργα των επί της Μουνιχίας Μινυών. Ο δε Γ. Ζαννέτος αναφέρει ότι η επί της μεσημβρινοδυτικής κορυφής του λόφου της Μουνιχίας ανδρομήκης σήραγξ... ήτις ήτο πανάρχαιος τάφος των Μινυών, ως εν Ναυπλία κατά την βορειοανατολικήν κλιτύν του Παλαμηδίου (Στράβων, 11, 369), η όπερ πιθανώτερον εχρησίμευε προς συναγωγήν ύδατος, ως και αι άλλαι περί την Μουνιχίαν δεξαμεναί. Εις τούτο πείθει ημάς και το επί της κορυφής του λόφου στόμιον της σήραγγας, όπερ ασφαλώς είναι κεκλεισμένον».
Οι αρχαιολογικές έρευνες, που έγιναν στην περιοχή κατά τα έτη 1868-1869 και 1897, απέδειξαν πράγματι την ύπαρξι υδραυλικών έργων με κατεύθυνσι προς τους πανάρχαιους συνοικισμούς γύρω από τον λιμένα Μουνιχία. Δυστυχώς η έρευνα δεν οδήγησε σε σαφέστερα συμπεράσματα σχετικώς με το μέρος στο οποίο οδηγούσε το όρυγμα αυτό.
Η λαϊκή παράδοσις όμως αναφέρει ότι το σπήλαιο αυτό ήτο η κατοικία μιας πριγκηπίσσης, της Αρετούσας, από την οποία έλαβε και το όνομα της η σπηλιά. Η πριγκήπισσα χρησιμοποιούσε το όρυγμα για να επικοινωνή κρυφά με τον αγαπημένο της, που ευρίσκετο στην ακρόπολι της Μουνιχίας. Ανάλογος παράδοσις σώζεται και στην Νάξο, αυτήν την φορά για την ύπαρξι μιας μυστικής σήραγγας μέσω της οποίας διέφευγε κρυφά ο βασιλεύς σε περίπτωσι κινδύνου, ή άλλοτε η Αριάδνη, η πριγκήπισσα της λαϊκής παραδόσεως των εντοπίων. Πριν από λίγα χρόνια η ανακάλυψις ενός φρέατος στην ρίζα του κάστρου του Σανούδου έκανε την λαϊκή φαντασία να καλπάση. Ήτο όμως ένα από τα πολλά φρέατα, τα όποια οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδος, οι Μινύες, κατασκεύασαν στα σημεία απ' όπου διέβησαν. Ανάλογες παραδόσεις άλλωστε διασώζονται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος. Τα σπηλαιώδη αυτά ορύγματα είχαν αποδώσει οι Ευρωπαίοι επιστήμονες Lecke, Dodwell, Milchhbffer και Hirschfeld, βάσει των περιγραφών του Στράβωνος (IX, 395), στους Μινύες, θεωρώντας τα έργα υδρεύσεως της προϊστορικής περιόδου του Πειραιώς.
Αν και τα Μινυακά αυτά έργα του Πειραιώς δεν είναι τόσο γνωστά, η παράδοσις αναγνωρίζει μέχρι σήμερα το χέρι των Μινυών και του Ηρακλέους στα αρδευτικά-αποστραγγιστικά έργα της Κωπαΐδος. Οι Μυκηναίοι, σύμφωνα με την κρατούσα άποψι, απλώς τους αντέγραψαν στις υδραυλικές μυστικές εγκαταστάσεις (σήραγγες) των ανακτόρων τους. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν της ερεύνης μας για την συγγραφή του θέματος του παρόντος τεύχους -συνοδεία της αρχαιολόγου Ε.Λ. Μπουρδάκου- επισκεφθήκαμε την περιοχή του «Ελληνικού», όπου γίναμε μάρτυρες ενός ακόμη κολοσσιαίου Μινυακού έργου που μοιάζει ν' αλλάζη όχι μόνον την καθιερωμένη χρονολογική διάταξι της προϊστορίας, αλλά και την ϊδια την χρονολόγήσι της «πυραμίδας του Ελληνικού». Τύχη αγαθή πραγματικά έφύλαξε για μας αυτήν την ανακάλυψι καθώς πλήθος ερευνητών και επισκεπτών φαίνεται ότι προσπέρασαν βιαστικά ένα εκ των μεγίστων αρχαιολογικών μνημείων. Σε μικρή σχετικά απόστασι από την πυραμίδα ευρίσκεται η θαυματουργή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
Το ίδιο το όνομα δεν εδόθη τυχαία στην εκκλησία. Επισκεπτόμενοι το εσωτερικό του βράχου, όπου ευρίσκεται και ο ναός, διαπιστώσαμε ότι η πραγματική αιτία δημιουργίας της σπηλιάς ήταν τα θαυμαστά έργα, τα όποια η παράδοσις αποδίδει στους Μινύες. Σε έναν δαιδαλώδες σχηματισμό του βράχου συνυπάρχουν μια δεύτερη «μεγάλη καταβόθρα», αντίστοιχη μ' αυτήν της Κωπαΐδος, και μια μυστική σήραγγα, αντίστοιχη της Τίρυνθος ή των Μυκηνών. Η αρμονική διάταξις και επικοινωνία των μεγίστων αυτών υδραυλικών έργων υποδεικνύει ότι το Μινυακό θαύμα της «μεγάλης καταβόθρας» είναι σύγχρονο με την «Μυκηναϊκή σήραγγα». Τα δύο έργα υποδηλούν συνύπαρξι Μινυών/ Μινωϊτών- Μυκηναίων, διαψεύδοντας όλους εκείνους που διακρίνουν διαφορετικούς λαούς. Φαίνεται έτσι να επαληθεύεται ο Πάρσον, ο οποίος ταυτίζει τους Μινύες με τους Μινωίτες. Κι αυτό διότι και οι κάτοικοι της Μινωικής Κρήτης έχουν να παρουσιάσουν μια σειρά εντυπωσιακών υδραυλικών κατασκευών, που παρουσιάζουν εκπληκτικές ομοιότητες με τα Μινυακά (αρδευτικά συστήματα με δίκτυα υδαταγωγών, παγωμένες κρήνες εν είδει «ψυγείου», κ.ά.). Τα υδραυλικά έργα του Ελληνικού, μολονότι δεν περιγράφονται ευκρινώς, υπολανθάνουν στην περιγραφή του Παυσανίου (II, 24, 6) για την περιοχή: «κατεβαίνοντας κανείς από το όρος πάλι (προς το μέρος του Άργους), έχει αριστερά της λεωφόρου έναν ναό της Αρτέμιδος. Λίγο πιο πέρα, δεξιά του δρόμου, έχει ένα βουνό ονομαζόμενο Χάον, στις υπώρειες του οποίου υπάρχουν δένδρα ήμερα, και βγαίνουν στην επιφάνεια σ' αυτό το μέρος τα νερά του Ερασινού. Ως αυτό το μέρος ρέουν κάτω από το έδαφος ξεκινώντας από την Στύμφαλο της Αρκαδίας, όπως ρέουν οι Ρειτοί από τον Εύριπο ως την Ελευσίνα και την εκεί θάλασσα. Στο μέρος του όρους, όπου εξέρχονται στην επιφάνεια τα νερά του Ερασινού, θυσιάζουν για τον Διόνυσο και τον Πάνα». Ο Παυσανίας κατευθυνόμενος πράγματι προς την Ελευσίνα (Ι, 38, 1), εντυπωσιάζεται από το φαινόμενο των τεχνητών λιμνών, πού υπήρχαν στους Ρειτούς, όπως απέδειξε, αρκετούς αιώνες αργότερα, η αρχαιολογική έρευνα. Ο Άγγλος περιηγητής Λήκ στις αρχές του παρελθόντος αιώνος είδε εκεί δύο λίμνες, στις οποίες τα νερά συγκρατούνταν με τεχνητά φράγματα, καθώς και δύο τεχνητές διαρροές προς την θάλασσα, που έθεταν σε κίνησι δύο παραλιακούς υδρόμυλους, έναν στην νότια και άλλον στην βόρεια λίμνη. Ο αρχαίος περιηγητής ωστόσο, μολονότι εντυπωσιάζεται στην θέα των ιερέων της Αφροδίτης, που ψαρεύουν τους ιερούς ιχθύς από τις τεχνητές λίμνες, δεν δίδει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα αρχαία τεχνικά έργα. Η ύπαρξίς τους απλώς αιωρείται. Το ίδιο κάνει άλλωστε και στην περιγραφή της Περσείας κρήνης των Μυκηνών. Ο παραλληλισμός λοιπόν του φαινομένου του Έρασινοϋ με τους Ρειτούς υποδεικνύει ότι κι εκεί υπήρχε κάποιο σπουδαίο τεχνικό έργο, το οποίο και επεσκέφθη ο Παυσανίας πριν φθάση στην «πυραμίδα του Ελληνικού», την άλλοτε ονομαζόμενη «Τούμπα» (=τύμβος). Οι πηγές του Ερασινού, που υπάρχουν μέχρι σήμερα στους πρόποδες του Χάονος, ξεκινούν από το Κεφαλάρι, που απέχει 5 περίπου χιλιόμετρα από το Άργος. Χάρις στις πηγές αυτές μάλιστα λειτουργούσε στο Κεφαλάρι και πυριτιδοποιεΐο στις πρώτες μετά την ανεξαρτησία δεκαετίες, αναφέρει ο αρχαιολόγος Ν.Δ. Παπαχατζής. Η αρχαιολογική έρευνα δε επιστοποίησε τις αναφορές του Παυσανίου για τις δύο σπηλιές, οι οποίες, όπως απεδείχθη, κατοικούντο από την νεωτέρα παλαιολιθική ως την νεολιθική αδιάκοπα. Πολλούς αιώνες αργότερα, η μία από αυτές μετετράπη σε εκκλησία της Παναγίας Κεφαλαριώτισσας ή Ζωοδόχου Πηγής, στην οποία προαναφερθήκαμε. Στην θέσι των αρχαίων αναθημάτων, τα οποία ευρίσκοντο κάποτε στις κόγχες της σπηλιάς, οι σύγχρονοι πιστοί έχουν τοποθετήσει με την σειρά τους σταυρούς καί θαυματουργές είκόνες. Το θέαμα των αχανών σπηλαίων είναι λίαν εντυπωσιακό μα αδύνατον να κλεισθή σε μια φωτογραφία. Αρκεί να υψώσουμε το βλέμμα μας στην κορυφή της εισόδου για να μαγευθούμε από την αρμονία της επαλληλίας των λαξευμένων τόξων που καταλήγει στο βάθος της στην σύγχρονη εικόνα του Εσταυρωμένου. Στρίβοντας αριστερά στην διπλανή σπηλιά και υπό το κατανυκτικό φως των κεριών, αγναντεύουμε την «μεγάλη καταβόθρα», θαύμα της φύσεως, που η παράδοσις αποδίδει πάντοτε στους Μινύες.
Βλέπουμε λοιπόν ότι ακολουθώντας τον δρόμο Άργους- Τεγέας ο περιηγητής είχε λοξοδρομήσει προς τα δεξιά για να επισκεφθή τις πηγές του Ερασινού. Αυτή η παρέκκλισις ίσως θα πρέπει να συσχετισθή με τα θαυμαστά υδραυλικά έργα στην περιοχή, τα οποία ο Παυσανίας, όπως και στην περίπτωσι των Ρειτών και των Μυκηνών, θα ήτο αδύνατον τότε να διαπιστώση. Οι θρύλοι όμως και οι τοπικές παραδόσεις θα ήσαν αρκετές για να επισκεφθή τις πηγές του. Κατόπιν επανέρχεται στον δρόμο και συναντά σε απόστασι μικρότερη των 3 χιλιομέτρων τα «πολυάνδρια», ταφικά μνημεία, εκ των οποίων το ένα ήτο η περίφημος πυραμίς του Ελληνικού, εύκολα προσιτή από το Κεφαλάρι. Η ανασκαφική έρευνα ωστόσο, πού ακολούθησε, δεν μπόρεσε να βεβαίωση ότι εχρησιμοποιήθησαν για ταφές. Ακόμη και το κυκλώπειο σύστημα τοιχοδομίας δεν εμπόδισε κάποιους να χρονολογήσουν την «πυραμίδα» στον 4ο αιώνα π.Χ. Όπως θα διαπιστώσετε όμως στην συνέχεια, τα προϊστορικά υδραυλικά έργα του Κεφαλαριού (Ερασινού) συνδέονται άμεσα και με την «πυραμίδα», έργο Μινυών, όπως αποδεικνύεται τελικώς. Οι Μινύες τεχνίτες φαίνεται ότι είχαν ένα ιδιαιτέρως υψηλό τεχνολογικό επίπεδο, το όποιο ξεκινούσε από την άριστη γνώσι της ίδιας της φύσεως. Πράγματι, η χώρα μας είναι γεμάτη από «καταβόθρες», οι οποίες παρουσιάζονται στα κράσπεδα ή και στο μέσον των λιβαδιών και ευρίσκονται επί ρηξγενών γραμμών. Στην επιστήμη της Γεωλογίας, οι «καταβόθρες» αυτές είναι φυσικές οπές, που παρουσιάζονται στις επιφάνειες καρστικών περιοχών και συγκοινωνούν με υπογείους φυσικούς οχετούς.
Μέσω αυτών των φυσικών «καταβόθρων», τα ύδατα λιμνών και ποταμών μεταφέρονται υπογείως, φερόμενα στην θάλασσα ή αναβλύζοντα πάλι ως πηγές στην επιφάνεια της Γης μακρια απ' τις καταβόθρες. Στην αρχαιότητα λοιπόν αναφορικά με τον Ερασινό, οι Έλληνες επίστευαν ότι τα πλούσια νερά του προήρχοντο από την Στυμφαλίδα λίμνη. Η επιστήμη ωστόσο της Γεωλογίας δεν θεώρησε τον θρύλο πιθανό. Κι όμως το γεγονός ότι σήμερα οι πηγές του Ερασινού στο Κεφαλάρι δεν έχουν πολλά νερά, δεν αποκλείει στο απώτατο παρελθόν λόγω της ροής τους να συνέβαλαν σε ανάλογα φαινόμενα. Αυτή η επιστημονική πλέον γνώσις ανιχνεύεται ξεκάθαρα στην περιγραφή του Παυσανίου για την περίπτωσι των Ρειτών: «Οι λεγόμενοι Ρειτοί μόνο που ρέουν όπως τα ποτάμια. Το νερό τους είναι θαλασσινό. Θα μπορούσε να πιστέψη κανείς πως από τον Εύριπο της Χαλκίδας ρέουν κάτω από το έδαφος και χύνονται σε μια θάλασσα χαμηλότερη».
Οι Ρειτοί ήσαν ρέματα, που εσχηματίζοντο από πολλές πηγές σε δύο γειτονικές θέσεις των Δυτικών υπωρειών του Αιγάλεω και εχύνοντο στον Κόλπο της Ελευσίνας. Το αλμυρό τους νερό ωφείλετο στην γειτνίασι με την θάλασσα. Επειδή δε οι πηγές και στις δύο θέσεις ευρίσκονται σε βαθουλώματα εξ αιτίας μικρού πετρώδους εξάρματος του εδάφους που τίς χωρίζει, φαίνεται πως σχηματίσθηκαν σε αυτά λίμνες με φράγματα τεχνητά προς την πλευρά της θαλάσσης. Μία από αυτές τίς λίμνες ήτο η σημερινή λίμνη Κουμουνδούρου. Τα περισσότερα δε από τα νερά, που εσχημάτιζαν την δεύτερη λίμνη, διωχετεύονταν στην θάλασσα με όρυγμα στο όποιο αυτά στραγγίζουν. Χωρίς να τολμά να το διανοηθή η σύγχρονη επιστήμη, ο Παυσανίας περιγράφει την «καρστική τοπογραφία» της περιοχής, η οποία συνίσταται στην διαλυτική δράσι του νερού, που διαβρώνει τις ασβεστολιθικές περιοχές και διοχετεύει τα ύδατα μέσω υπογείων φυσικών αγωγών, πολλούς αιώνες πριν ο Γιουγκοσλάβος γεωλόγος Γ. Τσβίγιτς (1893) καθιέρωση τον όρο Κάρστ, δηλαδή το «Πεδίον Λίθων».
Πολύ πιο πριν όμως από όλους αυτούς, οι Έλληνες Μινύες είχαν εφαρμόσει πρακτικώς το «Πεδίο Λίθων» για τίς βιοτικές τους ανάγκες. Δεν είναι τυχαία επίσης ακόμη και η επιλογή της θέσεως της Κωπαΐδος για την δημιουργία των υδραυλικών έργων των Μινυών. Ονομαστές είναι οι «καταβόθρες», που έχουν δημιουργήσει τις λίμνες της Κωπαΐδος, της Στυμφαλίας, του Φενεού, των Ιωαννίνων, του Σαρανταποτάμου, και οι οποίες εξαφανίζονταν κάτω από τους πρόποδες των βουνών. «Καταβόθρα» άλλωστε είναι και η κοινή ονομασία του όρους Οιτη. Η πλέον διάσημη είναι αναμφισβήτητα αυτή της Κωπαΐδος. Οι όχθες της έχουν ελικοειδείς κολπίσκους, των οποίων οι βάσεις είναι διάτρητες με 23 γεωλογικές σχισμές, γνωστές σήμερα ως «καταβόθρες». Οι σχισμές αυτές, πού έχουν τα ανοίγματα τους στην επιφάνεια της λίμνης, υπήρξαν ανέκαθεν οι φυσικές διέξοδοι των υδάτων του έλους. Οι αρχαιολογικές έρευνες του καθηγητού Θ. Σπυροπούλου στην μεγάλη καταβόθρα απεκάλυψαν ότι τα υδραυλικά έργα σε αυτήν ανάγονται στα τέλη της 4ης ή στίς αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Αν σκεφθούμε λοιπόν ότι η παράδοσις αποδίδει τα έργα αυτά στους Μινύες έχουμε μία έμμεση γνώσι σχετικά με τα χρονολογικά πλαίσια υπάρξεως τους. Κατά τον Στράβωνα, όλη η έκτασις του λιμναίου εδάφους ανήκε αρχικώς στην χώρα του Ορχομενού, στην κυριαρχία του οποίου έθεσαν τέρμα οι Θηβαίοι, βοηθούμενοι από τον Ηρακλή, ο οποίος έφραξε τις καταβόθρες, καταστρέφοντας έτσι την χώρα των Μινυών. Πίσω από τον μύθο διακρίνεται ξεκάθαρα ένα προϊστορικό υδραυλικό έργο των πρώτων Ελλήνων, όπως απέδειξε προσφάτως η αρχαιολόγος Ε.Λ. Μπουρδάκου στο βιβλίο της «Ηρακλής, ο εξερευνητής του αρχαίου κόσμου» (εκδ. «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ»). Πράγματι, την αποξήρανσι της Κωπαϊδος κατά τους χρόνους των Μινυών αποδεικνύουν τα λείψανα των αποξηραντικών έργων, τα όποια απεκαλύφθησαν στις ανασκαφές, που έγιναν στην περιοχή. Την λίμνη διατέμνουν τρεις κύριες αύλακες κτιστές με μεγάλους πολυγωνικούς λίθους, που διατρέχουν η μεν το βόρειο τμήμα, η άλλη το κεντρικό και μια άλλη το νότιο. Είναι δε συνδεδεμένες με μικρότερες δευτερεύουσες. Οι αύλακες αυτές άρχιζαν από τα στόμια των παραποτάμων και κατέληγαν μπροστά στις καταβόθρες, τα ίδια τεχνικά έργα παρατηρούνται Το κολοσσιαίο αυτό τεχνικό έργο στην «Μινυακή Καταβόθρα» του περιελάμβανε ακόμη και κατασκευή Ελληνικού, όπως την έβαπτίσαμε διωρύγων! Το εκπληκτικό είναι ότι πλέον, έπειτα από την προσωπική ερευνά μας. Στο παρακείμενο ακριβώς σπήλαιο, όπου ελατρεύετο ο Διόνυσος, διακρίνεται σήραγγα μυκηναϊκής τεχνοτροπίας, εφ' όσον έχει το σχήμα υψικόρυφης καμάρας, χαρακτηριστικής, όπως αναφέρει ο ανασκαφεύς της Γ.Ε. Μυλωνάς, της Μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Ανάλογη τεχνοτροπία κατασκευής σηράγγων βλέπουμε στην χώρα των Χετταίων (στην Μικρά Ασία).
Τα σπάνια αυτά έργα της προϊστορίας θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια νέα κατηγορία των «7 Θαυμάτων του Προϊστορικού Κόσμου». Πώς είναι όμως δυνατόν να συνυπάρχουν Μυκηναϊκά έργα δίπλα σε Μινυακά; Πώς είναι δυνατόν να έζησε κάποιος ταυτόχρονα στον 12ο αι. π.Χ. και στην 3η χιλιετία π.Χ.; Μήπως οι Μυκηναίοι επεξέτειναν το αρχαιότερο έργο; Η επισταμένη μελέτη του χώρου δεν αφήνει αμφιβολίες πως πρόκειται για σύγχρονα έργα. Εφ' όσον λοιπόν οι καταβόθρες τοποθετούνται στην 3η χιλιετία π.Χ., το ίδιο θα πρέπει να γίνη και με τίς σήραγγες. και για να μην προλάβουν κάποιοι κακόβουλοι να τα θεωρήσουν φυσικές «πυλοειδείς» καταβόθρες, τονίζουμε ότι πρόκειται για έργα που έχουν γίνει με την ανθρώπινη μυϊκή δύναμι σε άγνωστο, όπως προκύπτει, προϊστορικό παρελθόν και είναι εύκολο για έναν επιστήμονα- αρχαιολόγο, που έχει εις γνώσιν του τα προαναφερθέντα συγγενικά τεχνικά έργα (Μυκήνες, Τίρυνθα, Κωπαΐδα), να κατανόηση την ομοιότητα και την σπουδαιότητα του ευρήματος. Μια τέτοια παρατήρησις όμως θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας εφ' όσον μας οδηγεί σε ένα παράλογο για την «κατεστημένη επιστημονική έρευνα» συμπέρασμα ότι:
Οι Μινύες είναι οι δημιουργοί όλων των εν Ελλάδι και ίσως και εκτός αυτής (Μάλτα, Βρεταννία, κ.ά.) κυκλώπειων έργων. Άρα και τα Μυκηναϊκά κυκλώπεια τείχη είναι Μινυών έργα.
Είναι γεγονός πως η διεθνής επιστημονική κοινότητα δέχεται την Χρονολόγησι της 3ης χιλιετίας π.Χ. για τα μεγαλιθικά μνημεία της Μάλτας η της Σαρδηνίας ή ακόμη και του Στόουνχεντζ, απορρίπτει όμως την χρονολόγησι αυτή για τα «Μυκηναϊκά» εν Ελλάδι ευρήματα. Παρουσιάζονται έτσι τα τελευταία ως έργα των μέσων της 2ας χιλιετίας π.Χ., αντίγραφα των υπολοίπων ευρωπαϊκών. Η ψυχρή επιστημονική λογική όμως διακρίνει το ίδιο «χέρι» στα έργα αυτά. Άλλωστε εάν δεχθούμε την ευρωπαϊκή άποψι, έπειτα από 1.500 χρόνια, χρονολογία κατά την οποία ανηγέρθησαν τα Μυκηναϊκά τείχη, είναι αδύνατον η ιστορική μνήμη να είχε διατηρήσει την ίδια τεχνογνωσία, η οποία διαρκώς μεταβάλλεται. Σήμερα με πιο έντονους ρυθμούς, τότε πιο αργά, αλλά διαρκώς μεταμορφούμενη.
Φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια, οι επισκέπτες του «Ελληνικού», τολμηροί ερασιτέχνες ή μονολιθικοί «ερευνητές», προσεπάθησαν να ερμηνεύσουν το μεμονωμένο φαινόμενο της «πυραμίδας», χωρίς να μελετήσουν την ευρύτερη περιοχή. Κι όμως πίσω ακριβώς από την αρχαιολογική θέσι της πυραμίδας και μέσα στα χωράφια, που ανεπιτρέπτως καλλιεργούνται σήμερα στην περιοχή, ανιχνεύονται σπουδαία λείψανα των προϊστορικών υδραυλικών έργων των Μινυών. Ανάμεσα στις καλλιέργειες διακρίνονται κυκλώπεια τείχη εν είδει περιβόλου ή αναλημμάτων-αναχωμάτων, τα όποια περιέκλειαν κάποτε το πυραμιδοειδές μνημείο. Αυτή η νέα αρχαιολογική ανακάλυψις την οποία η θεία τύχη ώρισε να έλθη στο φως, επιβεβαιώνει τις αρχαιομετρικές έρευνες του καθηγητού Ι. Λυριντζή, ο οποίος τοποθετεί χρονολογικά την «πυραμίδα» επίσης στην 3η χιλιετία π.Χ., καθιστώντας την αυτομάτως αρχαιότερη των αιγυπτιακών. Δυστυχώς ή απουσία του άνω τμήματος της «πυραμίδος» δεν μας επιτρέπει να ομιλούμε με βεβαιότητα για την ύπαρξι πυραμίδων στην Ελλάδα. Κι αυτό διότι στο εσωτερικό της σχηματίζεται χώρος τετράγωνος διαστάσεων 7,10 Χ 7,10 μέτρων, οι τοίχοι του οποίου είναι κάθετοι και εάν προεκταθοϋν προς τα πάνω θα συναντήσουν την επικλινή εξωτερική επιφάνεια χαμηλότερα από το σημείο, όπου θα μπορούσαν να συναντηθούν σ' ένα κοινό σημείο οι επικλινείς τέσσερεις γραμμές των γωνιών της πυραμίδας.
Η παρατήρησις αυτή οδήγησε στην υπόθεσι ότι η πυραμίδα του Ελληνικού ήτο κόλουρος. Προχωρούσε με επικλινείς τις πλευρές της ως το ύψος των 3,5 περίπου μέτρων κι έπειτα είχε επίπεδη στέγη η πλινθόκτιστο εποικοδόμημα με επάλξεις. Πράγματι ολόκληρη η περιοχή είναι κατάσπαρτη με όστρακα (τεμάχια αγγείων) των Ελληνιστικών χρόνων. Διόλου απίθανον από τότε να αλλοιώθηκε η κορυφή της προκειμένου να εξυπηρέτηση νέες πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής. Όσον αφορά στην ταύτισι της πυραμίδας με ταφικό μνημείο εκ μέρους του Παυσανίου, πράγμα το όποιο οδήγησε κάποιους ιστοριοδίφες να την χαρακτηρίσουν τάφο, φρυκτωρία ή παρόδιον οχυρό, υπάρχει κι εδώ μία απάντησις. Η πυραμίς ξεχασμένη ανά τους αιώνες ή μάλλον ανά τις χιλιετίες από τους Έλληνες του 6ου - 4ου αιώνος π.Χ., εχρησιμοποιήθη και πάλι ως ταφικό μνημείο και μάλιστα με έτοιμο οικοδομικό υλικό. Δεν είναι σπάνιες ανάλογες περιπτώσεις μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σε εποχές που ο χρόνος κατασκευής πιέζει η το υλικό είναι ακριβό, τα παλαιά μνημεία ανοικοδομούνται με την επαναχρησιμοποίησι του αρχαιοτέρου υλικού. Όσον αφορά στην εκδοχή της φρυκτωρίας, είναι ανόητη η επιλογή της θέσεως, εφ' όσον ο λοφίσκος, επί του οποίου είναι ιδρυμένη είναι τόσο μικρός -ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν υψηλότερες βουνοκορφές- ώστε η φωτιά και ο καπνός να είναι μάλλον αόρατα. Το ότι μάλλον ήτο παρόδιον οχυρόν φαίνεται η πιθανώτερη εκδοχή, αλλά και πάλι δεν δικαιολογεί το αρχαίο τοπωνύμιο της περιοχής «Τούμπα» (τύμβος), δηλαδή «Τάφος». Την ίδια στιγμή γνωρίζουμε ότι οι Αιγυπτιακές πυραμίδες είχαν επίσης ιδρυθή ως ταφικά μνημεία. Φυσικά δεν εξυπηρετούσαν μόνον αυτόν τον σκοπό. Είναι γεγονός ότι ή πυραμίδα στα βάθη της κρύβει ακόμη πολλά μυστικά, όπως φαίνεται και από τον κούφιο αντίλαλο του δαπέδου του κεντρικού δωματίου. Τι να κρύβη άραγε στο εσωτερικό της;
Ίσως να μην μάθουμε ποτέ. Δυστυχώς και αυτό το σπάνιο μνημείο έχει πέσει θύμα μιας ανθελληνικής προπαγάνδας, που δεν επιτρέπει στους Έλληνες να ιδρύουν πυραμίδες και μεγάλα τεχνικά έργα πριν από τους Ανατολικούς λαούς. Κι όμως τόσο το μυστικό των Αιγυπτιακών πυραμίδων, όσο και οι σχέσις τους με τους Μινύες και τα υδραυλικά έργα αυτών μοιάζουν κρυμμένα στο «Ελληνικό». Ας ευχηθούμε ότι οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα καταφέρουν να ανασκάψουν το πολυπόθητο μυστικό της Αργολικής γης, αποκαλύπτοντας επί τέλους την αλήθεια, που ορισμένοι εστέρησαν σε όλους εμάς.
Επίλογος
Οι Μινύες, αυτός ο θρυλικός Ελληνικός λαός, απετέλεσαν τους πρωτοπόρους, τους οδηγούς της Ελληνικής Φυλής, σε κάθε τομέα δραστηριότητος. Άριστοι ναυτικοί, τεχνικοί και μηχανικοί, οι Μινύες μεταλαμπάδευσαν τον υψηλό θεσσαλικό πολιτισμό, που έχει τις απαρχές του στην μεσολιθική περίοδο -9η χιλιετία π.Χ.- σε όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα. Προϊόντα του Μινυακού πολιτισμού είναι ο Μινωικός και Μυκηναϊκός πολιτισμός, πιθανώς δε και ο Σουμεριακός, αλλά και ο Αιγυπτιακός.
Οι Μινύες ήσαν Έλληνες και όχι επήλυδες, «Ινδοευρωπαίοι», οι οποίοι, κατά τα γνωστά μυθεύματα, αφίχθησαν από τον Βορρά ή την Ανατολή. Αυτό τεκμαίρεται από την συνέχεια του Ελληνικού πολιτιστικού γίγνεσθαι στους τόπους όπου κατοίκησαν και μεγαλούργησαν. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα όποια ενισχύουν την άποψη αυτή. Στις πρόσφατες ανασκαφές της στην προϊστορική ακρόπολη του Διμηνίου, η έφορος αρχαιοτήτων Βόλου, η κ. Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, ανεκάλυψε λίγες δεκάδες μέτρα από την προϊστορική ακρόπολη, μία νέα πόλη, Μυκηναϊκή, την οποία εταύτισε με την Μινυακή Ιωλκό. Η ανακάλυψις αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική, διότι προσδίδει νέο χρονικό βάθος, αλλά και συνέχεια στον Ελληνικό θεσσαλικό πολιτισμό. Έχουμε δηλαδή μία λογική χρονική μετάβαση από την περίοδο του Σέσκλου (μέσα 6ης - μέσα 5ης χιλιετίας π.Χ.), στην περίοδο του Διμηνίου (μέσα 5ης - τέλη 3ης χιλιετίας π.Χ.) και τέλος στην περίοδο της Ιωλκού. Έτσι ουδεμία ασυνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού υφίσταται και τα επιχειρήματα των Ινδοευρωπαϊστών κατακρημνίζονται. Ακόμα όμως σημαντικότερα είναι τα προκύπτοντα συμπεράσματα τα αφορώντα στον εν πολλοίς τεχνικό διαχωρισμό μεταξύ των Ελλήνων Μινυών, Μινωϊτών και Μυκηναίων, που όμως κατ' ουσίαν δεν υφίσταται. Τα ονόματα τους αυτά δεν υποδηλώνουν κανέναν ξεχωριστό πολιτισμό, αλλά απλώς την εκάστοτε μετατόπιση του πολιτικού, διοικητικού και πολιτισμικού κέντρου βάρους του Ελληνισμού, κατά περιόδους.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑ Ιούνιος-Ιούλιος 2003