Translate

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΕΓΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ του Ανδρέα Εμπειρίκου - Ανάλυση της μεταφυσικής διάστασής του

 Θα  ξεκινήσουμε την ανάλυση  ΜΕΓΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ με ένα απόσπασμα από το έργο το ΑΡΩΜΑ του , Πατρίκ Ζισκίντ , χωρίς λογοκρισία ,υπονοούμενα και περιστροφές . Ένα βακχικό σκηνικό με περιγραφή καλύτερη από το Βακχεύω του Ευριπίδη , που δεν αναφέρει ακριβώς τις λεπτομέρειες και αφήνει να φανταζόμαστε την κόλαση ...
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος αντιθέτως  λέει  τα πράγματα απλά  με το όνομά τους και μπαίνει κατ΄ ευθείαν στην φωτιά της κόλασης , που καίγεσαι ,"τσουροφλίζεσαι" , αλλά ως δια μαγείας είσαι ακόμη ζωντανός , χωρίς ίχνος φωτιάς πάνω σου , αλλά ακόμη και το πλέον μυστήριο αισθάνεσαι ακόμη καλύτερα από το πριν μπεις στην κόλαση . Η λεγόμενη κόλαση , είναι εξυγιαντική ...
Ο Επίκουρος θεωρεί ότι η φωτιά από μακριά είναι ευεργητική , με θετική ενέργεια , όταν όμως την ακουμπήσεις καίγεσαι ... Ο Ανδρέας Εμπειρίκος μας λέει ότι μπορεί να καείς στην αρχή , αλλά αν αντέξεις τον πόνο που πράγματι επιφέρει στην αρχή , μπορεί στο τέλος και να αναγεννηθείς ...
και στο τέλος αναρωτιέται ... Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι ;

Πατρίκ Ζισκιντ - ΤΟ ΑΡΩΜΑ
Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί η εκτέλεση ενός από τους απεχθέστερους εγκληματίες του καιρού εκείνου στο μεγαλύτερο βακχικό όργιο που είδε ο κόσμος από τον δεύτερο αιώνα προ Χριστού και μετά: γυναίκες αυστηρής ηθικής έσκιζαν τις μπλούζες τους και ξεγύμνωναν τα στήθη τους με υστερικές κραυγές και ρίχνονταν στο χώμα ανασηκώνοντας τις φούστες τους. Οι άντρες μπέρδευαν τα βήματά τους στη θάλασσα της γυμνής ερεθισμένης σάρκας, γδύνονταν με τρεμάμενα χέρια κι έπεφταν όπου έβρισκαν λαχανιάζοντας. Γέροι ζευγάρωναν με παρθένες κι οι άκληροι με τις κυρίες, οι μαθητευόμενοι με τις καλόγριες, οι Ιησουίτες με τις γυναίκες των Φραμασόνων, όλοι με όλους. Ο αέρας είχε βαρύνει απ’ τη γλυκιά μυρωδιά του ιδρώτα και του έρωτα. Ο τόπος είχε γεμίσει φωνές κι αναστεναγμούς και βογκητά δέκα χιλιάδων ανθρώπινων ζωών. Ήταν πραγματική κόλαση

Πρωτοπόροι όπως πάντα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι , ανακάλυψαν το κρυμμένο μυστικό στην φύση . Και το μυστικό αυτό με δύο λόγια είναι ότι από ανόργανη ύλη προκύπτει οργανική και όσο αυτή η ύλη μετατρέπεται σε οργανική τόσο συρρικνώνεται η εντροπία της φύσης και αυξάνεται η αρμονία.
Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο πολλαπλασιαστής ;
Ποιος μπορεί να αυξήσει την οργανική ύλη ;
Μα με τον έρωτα φυσικά ...
Αν το χάος ήθελε να επιτεθεί στην αρμονία πως θα επιτίθετο ; 
Μα φυσικά θα επιτίθετο στον έρωτα ...
Για αυτό δημιουργήθηκαν οι θρησκείες του Χάους για να κτυπήσουν τις ερωτο- κεντρικές θρησκείες 
Στις Βάκχες ο Ευριπίδης , εμφανίζει τον Διόνυσο ξαφνικά και σε ηλικία 33 ετών στην Θήβα.
Ο βασιλιάς της Θήβας Πενθέας , δεν ενθουσιάζεται καθόλου ...
Ο Διονυσος ως 13ος Θεός έφαιρνε ανατροπές στην κοινωνία ...
Έφαιρνε την ισότητα , λέξη άγνωστη , ανατρεπτικές ιδέες για τις κοινωνικές δομές της εποχής εκείνης ... Δεν εξίσωνε μόνο τους βασιλείς με τον απλό λαό , τους άνδρες με τις γυναίκες αλλά και τους θεούς με τους θνητούς ...και αυτό ήταν ύβρις . Ο Πενθέας διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φυλακίσουν ... Αλλά η φύσις του ανθρώπου δεν αλλάζει με  ανθρώπινους νόμους και διατάξεις . 
Είναι κάτι που τους ξεπερνάει και δεν ελέγχεται . Η ακατανίκητη ορμή ,λοιπόν ...
Οι πρόγονοι μας ταύτισαν τον Διόνυσο , με τον Πάνα τον κατσικοπόδαρο ...μια μορφή ζώου , ανθρώπου και θεού συνάμα , τριαδικότητα λοιπόν ...
Η χριστιανική θρησκεία ταύτισε τον Πάνα , με τον Σατανά ... Και την κόλαση .Αυτή είναι και η ανάλυση της σκηνής του έργου Άρωμα , ήταν μια πραγματική κόλαση ...
Τα πράγματα είναι κάπως απλά ή υπάρχει κάτι η δεν υπάρχει . Αν υπάρχει κάτι αρχίζει η διαδικασία της θεολογικής συζήτησης , αν δεν υπάρχει  κάτι , ίσως αυτό που μένει να αξίζει πλέον είναι η αθανασία της ψυχής . Αν δεν υπάρχει κάτι , είτε έχεις ζήσει σε πλάνη ,είτε σαν σοφός , είτε σαν βλάκας , σαν πλούσιος η φτωχός , δεν έχει κανένα μα κανένα νόημα . Ματαιότης τα πάντα ματαιότης , αλλά μόνο εν ζωή , το τονίζει και ο χριστιανισμός . Δεν έχει νόημα όμως και η ηθική , αν δεν υπάρχει κάτι στο επέκεινα ...
Ο Εμπεδοκλής λέει ότι όταν το Νείκος (εντροπία η αταξία) θα έχει συρρικνωθεί , θα επικρατήσει η Ουράνια Φιλότητα , τότε όλον το σύμπαν , ζει στην απόλυτη Αρμονία. Κατανοούμε λοιπόν την προσπάθεια του ανθρώπου να στέλνει μηνύματα προς όλες τις μορφές ύλης , οργανικής και ανόργανης να τις "καλεί" και να τις "έλκει" .Φυσικούς νόμους είτε Θείους νόμους . Είναι γεγονός ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι προσέγγιζαν μέσα από τα μυστήρια την ποιότητα της ουσίας του ανωτέρου όντος , το οποίο ήταν και ΕΝΑ και ΠΟΛΛΑ ,κατά τον Εμπεδοκλή πάντοτε ... που όλα μαζί είτε ως ΟΝ είτε διεσπασμένα να προωθούν την αρμονία του σύμπαντος . Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι αν κάτι είναι αλήθεια , αν κάτι αναδύει την αλήθεια , τότε μπορεί να ειπωθεί με απλά λόγια. Οι πολλές περικοκλάδες πρέπει να μας καθιστά καχύποπτους . Αν κάποιος μιλά και δεν τον καταλαβαίνουμε , κάτι συνήθως κρύβει . Ο Ηράκλειτος ο σκοτεινός , είπε ακριβώς τα ίδια πράγματα , αλλά διαφορετικά . Τα πράγματα είναι απλά αλλά είναι κρυφά. Όπως μια μπάλα πίσω από μια κουρτίνα.
Το απλό λοιπόν μπορεί να ειπωθεί με τα λόγια της αλήθειας είτε αντιστρόφως η αλήθεια μπορεί να ειπωθεί με απλά λόγια. Οι Έλληνες λοιπόν πίστευαν απόλυτα ότι το σύμπαν δεν ήταν ανάγκη να έχει δημιουργηθεί με Θεολογική πολυπλοκότητα και πολυλογία. Η Αρχή της Φύσης είναι να επιλέγει τους πλέον σύντομους δρόμους , άμεσους, απλούς και ουσιώδεις.

ΜΕΓΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ

Η πρώτη ανάγνωση όλου του έργου, όσο νάναι σε λιώνει...
Η δεύτερη ανάγνωση όλου του έργου, σε οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου ενδοσκόπηση...
Η τρίτη ανάγνωση όλου του έργου σού αποκαλύπτει ένα βαθύτατα πολιτικό έργο...
Ίσως το πιο σημαντικό πολιτικό έργο, επί της ουσίας, του 20ου αιώνα....





  • Αντρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός

    Τι είναι ο Έρως, διηρωτάτο η Υβόννη εν απογνώσει. Διατί να είναι τόσον δύσκολος η ολοκλήρωσίς του; Διατί να προκαλή τόσους πόνους και τόσας πικρίας, ενώ είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, το μεγαλύτερον δώρον που εδόθη εις τους ανθρώπους, η μεγαλυτέρα απόλαυσις, η βαθυτέρα ευτυχία. Τί είναι αυτό που μετατρέπει τον Έρωτα, από Παράδεισον ηδονών, εις Κόλασιν μαρτυρίων; Τι είναι αυτό που μετατρέπει το μέλι εις χολήν; Τι είναι αυτό που κάμνει τον ατυχή ερωτευμένον να υποφέρη, υπό ορισμένας συνθήκας, τόσον; Τι είναι αυτό που ώρες-ώρες κάνει το αίμα το ζεστό να γίνεται μέσα στις φλέβες πάγος; Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν, σαν ένα ωραίο τοπίο, σαν ένα ωραίο ξένοιαστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;
         Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως -εξηκολούθησε να σκέπτεται μ' αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» κι η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ' άπειρον πανήδονος κι απολύτως παντοδύναμος -όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» κι άλλα αηδή κι ακατανόητα, όπως...
    η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης κι όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;
         Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.
         Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα. Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μεγάλο χάος ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ' αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το 'Ακτιστον, το Μέγα Φως το 'Απιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός -τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα κι επί της Γης κι εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής -τουτέστιν ένας μεγάλος 'Αρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αύται, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ' οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο 'Αρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;
         Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού!
         Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας.
         Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.
         Η Υβόννη ανέπνευσε βαεθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της.
         Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίων; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων...
         Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται. Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής κι εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;
         Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο -οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτωρ 'Αρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ' άπειρον, εσαεί...
         Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού... Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη -η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν;
         Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν... Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσο θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου... Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη κι η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.
    (Απόσπασμα από τον Α’ Τόμο, Α’ Μέρος, Κεφάλαιον 6ο) 


Σύμφωνα με τον Ελύτη, η απώτερη αξία του έργου "δεν βρίσκεται σ' αυτά [τα περιγραφόμενα]· βρίσκεται στην παναγαθοσύνη του ποιητή, που διαχέεται πάνω στους χαρακτήρες και στις πράξεις των πλέον διαφορετικών τύπων του έργου [... ] και αναεκπέμπεται στον αναγνώστη σαν ένα είδος ευλογίας. [...] Η αγαθότητα του Εμπειρίκου έρχεται από -και τραβάει για- πολύ μακριά. Δεν είναι η δεοντολογική των θρησκευόμενων ή η βλακώδης των αδυνάτων. Υποδηλώνει μια πίστη: ότι τα υλικά και οι προϋποθέσεις για το καλό έχουν δοθεί στον άνθρωπο, που αν δεν τα εκμεταλλεύεται είναι από δικό του λάθος, από την ανικανότητά του να υπερνικήσει τις μακραίωνες προλήψεις και τα χωρίς λόγο κατατυραννισμένα στο σκότος της ψυχής του συμπλέγματα. Διόλου άσχετο λοιπόν ότι ο "Μέγας Ανατολικός" ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη".

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος σ' εκείνους που διατηρούν αμφιβολίες για τις προθέσεις του, τους στόχους και τα οράματά του άφησε ως παρακαταθήκη την «Οκτάνα», τη διακήρυξη της απόλυτης ελευθερίας, περιγράφοντας την στο ποίημα «Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα» που γράφτηκε στη Γλυφάδα τον Αύγουστο του 1965:
Κατ' αυτόν, χρειάζεται μια νέα Ουτοπία, μια «Νέα Πόλις», ώστε να ευτυχήσει η ανθρωπότητα που ταλανίζεται από δόγματα («μαρξιστικά, φασιστικά ή αστικά»), και ιδεολογίες.
«Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης, μα δεν θα ονομασθή Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα ή Νέα Υόρκη, αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Οκτάνα».
«...Οκτάνα θα πη επί γης Παράδεισος, επί της γης Εδέμ, χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού, με ελευθέραν εις πάσαν περίπτωσιν παντού και την αιμομιξίαν. Οκτάνα θα πη απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης...»
«...Οκτάνα θα πη παντού και πάντα εν ηδονή ζωή./ Οκτάνα θα πει δικαιοσύνη/ Οκτάνα θα πη αγάπη...»
Ύστερα από αυτά, ας θυμίσουμε και τη σχετική φράση του Ελύτη από την Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο: «Διόλου άσχετο λοιπόν ότι ο Μέγας Ανατολικός ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη».


Δεν υπάρχουν σχόλια: