Translate

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Μια βραδιά ποίησης στον καιρό της εκ ποίησης .
Η διαχρονικότητα της ποίησης στον καιρό της Τρόϊκας και του Μνημονίου .
Ο αυτο σαρκασμός  και η φαινομενική απαισιοδοξία ,
αντιθέτως
μας γεμίζει αυτο πεποίθηση , ψυχολογική ανάταση
και εν τέλει , μας λυτρώνει .




Αφιερωμένη εξαιρετικά στον παιδικό μου φίλο και ποιητή Νίκο Αλεξίου .
Ο Νίκος Αλεξίου αν και σύγχρονος ποιητής , ειναι η συνέχεια των μεγάλων μας ποιητών .


Του Νίκου Αλεξίου
Ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο στο Βόλο

Giorgio de Chirico in Volos

Γύριζε στη πόλη σκεφτικός
μετά από τόσα χρόνια άγνωστος
στους κλειστούς αρχαίους δρόμους
χορτασμένος εξορίες
ξενητιές και δόξα

He wanders the city thoughtfully
after so many years a stranger
in the closed ancient roads
having had his fill of exiles
foreignness and glory

Ρώτησε γιά το σπίτι του
έψαξε το κλειδί
στο σπασμένο βυθό της γλάστρας
άλλωστε κι οι φίλοι του
έχουν σχεδόν χαθεί

He asked after his house
searched hopelessly for the key
in the broken depth of the flowerpot
besides his friends
have almost disappeared
Μπήκε αργά στο καφενείο
ζήτησε αψέντι και πικρό καφέ
βούτηξε τα μυστικά πινέλα του
στα σκοτεινά χρώματα
που καίγαν το κεφάλι

He went slowly into the coffeehouse
asked for an absinthe and bitter coffee
dipped his secret paintbrushes
in the dark colors
that burned the head

Κι εκεί κατά το σούρουπο
στις βραδινές ερειπωμένες ράγες
χαμένων τρένων αποχωρισμού
τον άγγιξε ανάλαφρα η ταραχή
μιάς ανυποψίαστης αγάπης

And there at dusk
on the evening deserted tracks
of lost trains of separation
he was touched lightly by the flutter
of an unexpected love.






Του Νίκου Αλεξίου 
Στη θλιμμένη χώρα

In the Sad Country

Κουράστηκα τόσα χρόνια
έλεγε λυπημένος
θα σπάσω το πάγο
αυτή τη σκοτεινή νύχτα
θα ζεστάνω το σπίτι
θα πετάξω ψηλά
όμως παραμονεύει
το μαύρο πουλί
γυρνάει αγριεμένο
μεσ’ το σπίτι
σκάβει βαθιά το δέρμα
ματώνουν οι παλιές πληγές


I’m tired after all these years
he said sadly
I’ll break the ice
now, on this dark night
I’ll warm the house
I’ll fly up high
but the black bird
is keeping watch
it circles wildly
through the house
it digs deep into the skin
and the old wounds grow bloody

κουράστηκα τόσα χρόνια
να περπατώ
στη θλιμμένη χώρα
με τους θλιμμένους ανθρώπους
χωρίς μνήμη
τα απέλπιδα παιδιά
και τους εξόριστους ποιητές
κουράστηκα
να χτυπώ τα χέρια
έλεγε ο αλύτρωτος νεκρός
θέλω να κοιμηθώ
θα περάσει ο καιρός
κι οι στενοί τροχοί
κόκκινοι όπως πάντα
ηδονικά θα κροταλίζουν πάλι.

I’m tired after all these years
of walking         
in the cheerless country
with the cheerless people
who remember nothing
the hopeless children
and the exiled poets
I’m tired                         
of pounding my hands
said the unredeemed dead man
I want to sleep
time will pass
and the narrow wheels
red as always
will creak with pleasure again.














Του Κώστα Καρυωτάκη
Εμβατήριο  πένθιμο και κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους .
Μαίανδροι στο χωρό τους με τραβάνε .
Η ευτυχία μου , σκέπτομαι , θα είναι
ζήτημα ύψους

Σύμβολα ζωής υπερτέρας
ρόδα αναλλοίωτα , μετουσιωμένα  ,
 λευκές άκανθες ολόγυρα σ΄ ένα
Αμάλθειο κέρας .

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος ,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου !)
Ονειρο ανάγλυφο , θάρθω κοντά σου
κατακορύφως .

Οι ορίζοντες θα μ΄ έχουν πνίξει .
Σ΄ όλα τα κλίματα, σ΄ όλα τα πλάτη ,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες , πλήξη .

Α ! πρέπει τώρα να φορέσω
τ΄ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι .
Ετσι με πλαίσιο γύρω το ταβάνι
πολύ  θ΄ αρέσω .




Του  Κώστα Καβάφη

Περιμένοντας τους βαρβάρους

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  
     Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;      
      Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.        

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;     
   Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 
   και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη στον θρόνο επάνω,
   επίσημος, φορώντας την κορώνα;     
   Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.       

 Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους.
 Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή.
 Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα
με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες· 
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια· 
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια 
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;      
  Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·       
 και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

— Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα 
    να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;       
    Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·        
    κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις.
    (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν). 
     Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
     κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;      
  Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.      
  Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,        
  και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.                             

  __ Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
       Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


 

Του Μίλτου  Σαχτούρη

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.



Του Γιάννη Σκαρίμπα
ΟΥΛΑΛΟΥΜ . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
. . . Πως να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .
Δημοσίευση σχολίου