Translate

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΓΕΝΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Πλάτων - «Κρατύλος , 397.e.2 – 398.c.4»
…………….
ΣΩ. : Αλήθεια, Ερμογένη. Τι να σημαίνει άραγε το όνομα «δαίμονες» ;
Πρόσεξε αν σου φανώ ότι λέω κάτι σπουδαίο.
ΕΡΜ. : Λέγε.

ΣΩ. : Γνωρίζεις ποιοι, κατά τον Ησίοδο, είναι οι δαίμονες ;
ΕΡΜ. : Δεν γνωρίζω.

ΣΩ. : Δεν γνωρίζεις ούτε για το χρυσό γένος των ανθρώπων, που λέει ότι υπήρξε πρώτο ;
ΕΡΜ. : Αυτό το ξέρω.

ΣΩ. : Λέει λοιπόν για αυτό «Μόλις το γένος τούτο χωρίστηκε σε μέρη οι δαίμονες αγνοί και υποχθόνιοι ονομάζονται, εσθλοί, αλεξίκακοι, φύλακες των ανθρώπων».
ΕΡΜ. : Δηλαδή, τι εννοείς;

ΣΩ. : Νομίζω πως, λέγοντας χρυσό γένος, δεν εννοεί φτιαγμένο από χρυσάφι, αλλά αγαθό και καλό. Απόδειξη θεωρώ το γεγονός ότι για μας λέει πως είμαστε το σιδερένιο γένος.
ΕΡΜ. : Έχεις δίκιο.

ΣΩ. : Πιστεύεις λοιπόν ότι, και αν κάποιος από τους συγχρόνους μας είναι αγαθός, θα μπορούσε να πει πως ανήκει στο χρυσό γένος ;
ΕΡΜ. : Βέβαια.

ΣΩ. : Οι αγαθοί όμως είναι φρόνιμοι ή τίποτα άλλο ;
ΕΡΜ. : Φρόνιμοι.

ΣΩ. : Κατά την γνώμη μου, αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τους δαίμονες. Επειδή ήταν φρόνιμοι και «δαήμονες» (σοφοί) τους ονόμασαν «δαίμονες». Και στην αρχαία γλώσσα μας το όνομα αυτό αντιστοιχεί στο ίδιο. Σωστά λοιπόν και αυτός και άλλοι ποιητές λένε ότι, να πεθάνει κάποιος αγαθός, μεγάλη τύχη και τιμές αποκτάει και γίνεται δαίμονας, σύμφωνα με την ονομασία της φρόνησης. Έτσι και εγώ λοιπόν αντιλαμβάνομαι τον «δαήμονα», δηλαδή κάθε άνθρωπο, θεϊκό όσο ζει και αφού πεθάνει, και νομίζω ότι σωστά ονομάζεται «δαίμων». ……………..
……………..



Πως όμως αυτοί ζούσαν τον Καιρό του Κρόνου, θα το καταλάβουμε αν σκεφτούμε ότι ο Κρόνος είναι χορηγός της νοητικής ζωής, καθώς είναι “κόρος” του νοός ή μάλλον “κορός” νους και καθαρός. Γιατί το “κορός” σημαίνει καθαρός.
Όλοι, λοιπόν, όσοι ζουν νοητικά έχουν Κρόνια πολιτεία, και για αυτό λέγεται ότι ο βασιλιάς τους είναι ο Κρόνος, όπως ακριβώς ο Δίας είναι βασιλιάς όσων ζουν πολιτικά με βάση την άριστη πολιτεία η οποία θεωρεί τα πάντα κοινά – κατά πως λέγει ο Πλάτωνας στους «Νόμους, 739.b». Δέν πρέπει, λοιπόν, να πιστέψουμε ότι μεταβάλλεται η βασιλεία των θεών, αλλά ότι οι ψυχές μεταβάλλουν την ζωή τους και κάνουν άλλο θεό βασιλιά τους.

'' ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ''  - ΗΣΙΟΔΟΣ 

χρυσό γένος 


και επί Κρόνου ήταν , σαν στον ουρανό βασίλευε - [σειρά . 111]
Ο Κρόνος παρουσιάζεται σαν ευτυχισμένος βασιλιάς και καλόκαρδο πατέρα ανάμεσα στους άγιους ανθρώπους του χρυσού γένους . Αντιθέτως , στην Θεογονία ο Ησίοδος παρουσιάζει τον Κρόνο σαν ένα πνεύμα σκληρό και κακο-προαίρετο , που ακρωτηριάζει τον πατέρα του , τον Ουρανό , και καταβροχθίζει τα ίδια τα παιδιά του . Επειδή η Θεογονία αποτελεί συστηματικότερο βιβλίο της αρχαίας θρησκείας , είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι η παρουσίαση του Κρόνου σε αυτήν είναι πιο έγκυρη και ότι στα Έργα και Ημέραι  ο ποιητής μεταχειρίζεται συμβατικά τον Κρόνο , απλώς για να δηλώσει την μορφή λατρείας σε ένα πολύ μακρινό παρελθόν.
Η φράση σαν τον ουρανό βασίλευε , για τον Κρόνο , δεν είναι τυχαία . Για τον Κρόνο πίστευαν οι αρχαίοι ότι αφού ο Δίας του πήρε τον θρόνο του ουρανού , αργότερα τον άφησε να βασιλεύει στα Νησιά των Μακάρων . Έτσι η φράση θέλει να ορίσει την εποχή του χρυσού γένους στην πρώτη βασιλεία του Κρόνου . Παροιμιακή φράση : Ο επί Κρόνου βίος.  

σαν θεοί ζούσαν εκείνοι , ξένοιαστο νου έχοντας , 
-  σ. 112
δικαιολογημένα το λέει ο Ησίοδος, μιας και όσοι ήταν καθαροί από κάθε πάθος έμοιαζαν με τον άφθαρτο και καθαρό χρυσό : λέγεται ότι είναι ομοιότατοι με τους θεούς. γιατί κατά πρώτον οι θεοί είναι απαθείς, ενώ οι ψυχές πετυχαίνουν αυτή την ευδαιμονία μιμούμενες τους θεούς.

δίχως κόπους , δίχως θλίψη και κακά γεράματα
μα στα χέρια και στα πόδια πάντα τους αγέραστοι
χαίρονταν με γλεντοκόπια , έξω από όλα τα κακά  
[σ. 113-115]
 είναι Κρόνιο χαρακτηριστικό. Γιατί και ο Ορφέας έλεγε ότι ο Κρόνος έχει πάντα μαύρες τις τρίχες της γενειάδας του. Και ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό, 270.d – e» λέει ότι όσοι ζουν στην περίοδο του Κρόνου αποβάλουν το γήρας και γίνονται πάντα νεότεροι. Υποδεικνύει, μάλιστα, ότι όλοι όσοι ζουν σύμφωνα με τον νου και για τον λόγο αυτό έχουν Κρόνια ζωή, οδεύουν πάντα προς μεγαλύτερη ακμαιότητα, αφήνοντας τη φθορά που συνυπάρχει με την γένεσιν.
Γιατί το γήρας υπάρχει μέσα στην γένεση, ενώ έξω από τη γένεση βρίσκεται η διαρκής νεότητα και ακμή, καθώς δεν έχει θέσει το αφύσικο.


και πέθαιναν σαν από ύπνο δαμασμένοι . και καλά
όλα ήτανε για κείνους . και καρπό έδινε η γη 
 [σ. 116-117]
επακόλουθο όλων όσων ζουν χωρίς αρρώστιες, το να πραγματοποιείται δηλαδή ο χωρισμός από τα σώματα χωρίς βιαιότητα και πόνο, και το να είναι η απελευθέρωση από το σώμα σαν το βγάλσιμο του χιτώνα. Για αυτό και είπε ότι έμοιαζε με ύπνο, επειδή συνέβαινε με ευκολία και φυσικότητα, χωρίς βιαιότητα.


και αφού δα τούτο όλο η γη το σκέπασε,
αυτοί βέβαια πνεύματα άγια πάνω από τη γη έγιναν,
φύλακες καλοί σωτήρες των ανθρώπων των θνητών,
πλουτοδότες.και αυτή πήραν τη βασιλικιά τιμή .
[σ. 121-126]
Λέει ποιος είναι ο κλήρος και η θέση τους μετά θάνατον. Γιατί υπάρχουν τρία πράγματα : η ζωή, ο θάνατος και ο κλήρος. Έχει όμως πει ότι η ζωή τους ήταν απαθής και ο θάνατος αβίαστος. Τώρα λοιπόν λέγει το τρίτο, ότι ο κλήρος τους ήταν δαιμονικός. Γιατί όσοι έχουν ζήσει έτσι, με θέλημα των θεών τοποθετούνται στην τάξη των δαιμόνων [κατά θέση δαίμονες], καθώς είναι αγαθοί φύλακες των ανθρώπων που ζουν ακόμη τη θνητή ζωή και χορηγοί αγαθών στους ανθρώπους, επειδή φυλάσσουν τη ζωή των ανθρώπων χωρίς βάσανα και κάνουν εύκολη τη ζωή που οι άνθρωποι ζουν με σώματα.
Οι άνθρωποι του χρυσού γένους έγιναν καλά πνεύματα που προστατεύουν τους ανθρώπους σήμερα ως φύλακα άγγελο , που λέει η λαϊκή ρήση . Αν κάποιος άνθρωπος είναι σήμερα καλός , κρατάει από εκείνο το χρυσό γένος , ισχυρίζεται ο Πλάτων στον Κρατύλο.

αργυρό γένος


 δεύτερο κατόπιν γένος και πολύ χειρότερο

αργυρό κάμαν εκείνοι που στα Ολύμπια σπίτια ζουν
και με το χρυσό παρόμοιο ουδέ στο σώμα ,ουδέ στο νου
 [σ. 127 - 129].
Από την Ορφική παράδοση γνωρίζουμε, κάτι που αναφέρει και ο Πρόκλος, ότι ότι ο Κρόνος βασιλεύει στο αργυρό γένος, λέγοντας αργυρούς όσους ζουν με βάση τον καθαρό Λόγο [λογική], όπως ακριβώς λέει χρυσούς όσους ζουν με βάση μόνο τον νου [κατά νου μόνον]. Ο Ησίοδος, όμως θέλοντας να δηλώσει τη μεταβολή της ανθρώπινης ζωής παρουσιάζει το αργυρό γένος ράθυμο. Ωστόσο λέγει ότι το αργυρό γένος είναι μεν χειρότερο από το χρυσό, δεν διολίσθησε όμως στην έσχατη κακία, αλλά στην αργία [απραξία] και στην φυσική ζωή [που είναι σύμφωνη με την φύση] αντί για την νοητική ζωή.

το θράσος δεν μπορούσαν το κακό
πέρα να κρατήσουν , ούτε να λατρεύουν τους θεούς
ήθελαν ούτε θυσίες πάνω σε ιερούς βωμούς,
όπως είναι στους ανθρώπους κατά τόπους το σωστό
και αυτούς έπειτα ο Κρονίδης τους αφάνισε με οργή,
τους θεούς σαν δεν τιμούσαν , που τον Όλυμπο κρατούν
[σ. 134 - 139]
 δεν κάνει τίποτα άλλο από τα να μας υποδεικνύει τα επακόλουθα της ράθυμης ζωής των ανθρώπων, δηλαδή λόγω της μαλθακότητάς τους να φέρονται υπεροπτικά και να μην απέχουν από τις αλαζονικές πράξεις ο ένας από τον άλλον ούτε να τηρούν τις υποχρεώσεις τους προς τους θεούς, αλλά να ζουν πίνοντας και τρώγοντας σαν τα φυτά. Έτσι επί παραδείγματι έζησαν οι Συβαρίτες και οι Κολοφώνιοι και χάθηκαν, ενώ αυτό το πάθημα άγγιξε επίσης τους Πέρσες και τους Μύδους.

αλλά αφού και αυτό το γένος όλο η γη το σκέπασε
κάτω από τη γη επήγαν και τους λένε Μάκαρες
δεύτεροι , όμως και τούτους μια τιμή τους ακολουθεί. 
[σ. 140 - 142]
δεν κάνει κάτι άλλο από το αναφέρεται στον κλήρο που έλαβαν. Μιας και οι προηγούμενοί τους έγιναν επιχθόνιοι, καθώς είναι χορηγεί αγαθών και φύλακες θνητών. Τούτοι όμως λέγονται μακάριοι «θνητοί» και «υποχθόνιοι», επειδή τοποθετήθηκαν στους τόπους υπό την γη, καθώς ζούσαν ζωή φυσική [σύμφωνη με την φύση] αντί για ζωή νοητική, μοιάζοντας με τα φυτά που έχουν τα κεφάλια τους ριζωμένα στη γη. Γιατί οι ρίζες είναι τα κεφάλια των φυτών. Δικαιολογημένα λοιπόν είναι «υποχθόνιοι» και «θνητοί» φύλακες, επειδή ζουν με βάση το θνητό τους μέρος. Γιατί τέτοια είναι η φυσική ζωή [η σύμφωνη με τη φύση]. Το ποιών είναι φύλακες βέβαια είναι εύκολα αντιληπτό : των ψυχών που ζουν σε εκείνους τους τόπους, οι οποίες δεν έζησαν μόνο φυσικά [σύμφωνα με τη φύση] αλλά διολίσθησαν σε κάθε κακία. Για αυτό και αναφερόμενος σε τούτους προσέθεσε ότι και αυτούς «τους ακολουθεί τιμή», εφόσον δεν πραγματοποίησαν μεγάλα κακά σαν και αυτά των επομένων τους.

το χάλκινο γένος
μα ο πατέρας Δίας τρίτο , γένος άλλο από θνητούς, 
χάλκινο έκανε ,που διόλου του αργυρού δεν έμοιαζε
και από φλαμουριά βγαλμένο , φοβερό και τρομερό 
θλιβερά νοιαζόταν έργα του Άρη* και αδιαντροπιές 
ούτε στάρι τρώγαν , μα είχαν διαμαντιού σκληρή καρδιά
και ήταν χάλκινα τα όπλα , χάλκινα τα σπίτια τους , 
το χαλκό δουλεύαν , μαύρο δεν γνώριζαν σίδηρο 
[σ. 143 - 151]
Αυτό το γένος δικαιολογημένα είναι τρίτο, καθώς δεν είναι ούτε νοητικό ούτε πανούργο, αλλά πραγματικά φοβερό και φονικό, έχοντας εκτραπεί σε τυραννική άσκηση της δύναμής του, επειδή νοιαζόταν μόνο για τα σώματα.
Γιατί δηλώνει ότι όσοι άνηκαν σε αυτό το γένος ασκούσαν τη σωματική δύναμη αμελώντας τα άλλα. Ασχολούνταν με την κατασκευή των όπλων και χρησιμοποιούσαν για αυτόν τον σκοπό τον χαλκό, όπως το σίδερο για την γεωργία, σκληραίνοντας τον χαλκό, που από την φύση του είναι μαλακός, με κάποια βαφή, δηλαδή με σκλήρυνση με την θέρμανση και απότομη βύθιση σε νερό ή λάδι.
Όταν, όμως, τέλειωσε η χρήση αυτής της βαφής, προχώρησαν στη χρήση του σιδήρου κατά τους πολέμους. Χρησιμοποιώντας βέβαια ο Ησίοδος το δωρικό τύπο «μελιᾶν» αντί του «μελιῶν» εννοούσε ότι αυτό το χάλκινο γένος ξεφύτρωσε από τα δέντρα μελίες και όχι τις Νύμφες Μελίες.
Άλλωστε είναι παράλογο να προέρχονταν από θεϊκό γένος και να είχαν γεννηθεί θηριώδεις. Αντιθέτως, επειδή έχουν γεννηθεί από σκληρά δέντρα που σαπίζουν δύσκολα, έγιναν ισχυροί στα σώματα και ανελέητοι και βίαιοι στον χαρακτήρα. Γιατί αυτό υπαινίσσεται η γέννησή τους από μελίες.

*θλιβερά νοιαζόταν έργα του Άρη , δηλαδή ήταν φιλοπόλεμοι

και από τα χέρια τους τα ίδια δαμαστήκανε 
και στο μουχλιασμένο σπίτι πήγαν του Άδη του ψυχρού
άγνωστοι . και αυτούς τους πήρε , αν κι εκπληκτικούς
μαύρος θάνατος , και άφησαν το λαμπρό του ήλιου φως .
[σ. 152 - 155]
λέγει ότι αυτοί κατάρρευσαν από μόνοι τους, επειδή ήταν ακοινώνητοι και θηριώδεις και σχεδόν αλληλοσκοτώνονταν. Και δικαιολογημένα βυθίστηκαν στον υποχθόνιο τόπο, όπου έχει συνενωθεί το άτακτο μέρος του Κόσμου και το θηριώδες γένος των δαιμόνων. Αυτοί, λοιπόν, δικαιολογημένα είναι οι τρίτοι από το Χρυσό γένος. Γιατί εκείνοι ήταν απαθείς, οι επόμενοι τους ούτε απαθείς ούτε εμπαθείς, παρόλο που στο τέλος φέρονταν υπεροπτικά λόγω της εύκολης απόκτησης των αναγκαίων. Τούτοι οι τρίτοι, όμως δεν ήταν μόνο αλαζόνες αλλά και φονικοί και εμπαθείς, και έφτασαν στην έσχατη κακία, ώστε η ανθρώπινη ζωή να έχει συμπεριληφθεί μέσα σε αυτήν την τριάδα, στον χρυσό, στον άργυρο και στον χαλκό. Γιατί και η σειρά αυτών των υλικών είναι τέτοια.



το γένος των ηρώων - ημιθέων 



αλλά αφού και αυτό το γένος όλο η γη το σκέπασε

τέταρτο , κάποιο άλλο πάλι , στη γη την πολύβοσκη
 [σ. 156 - 157]
λέγει ότι το τρίτο γένος εξαφανίστηκε από κατακλυσμό.
Μετά τον κατακλυσμό ήρθε στον βίο ένα ιερό γένος, αυτό των ημιθέων, το οποίο διήρκησε οκτώ γενιές μέχρι τα Τρωικά. Γιατί ο Εύμηλος, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, ήταν γιός του Άδμητου, και αυτός του Φέρη, και αυτός του Κρηθέα, και αυτός του Αίολου, και αυτός του Έλληνα, και αυτός του Δευκαλίωνα. Ο Γλαύκος επίσης ήταν γιός του Ιππόλοχου, του γιού του Βελλεφοφάντη, του γιού του Γλαύκου, του γιού του Σίσυφου, του γιού του Αίολου, του γιού του Έλληνα, του γιού του Δευκαλίωνα. Ο Γλαύκος λοιπόν ήταν όγδοος. Το γένος λοιπόν διήρκησε τόσο και διέπρεψε στην αρετή.

έκανε ο Κρονίδης Δίας , δικαιότερο ικανό,
από ηρωικούς ανθρώπους , θείο γένος , που τους λεν 
ημιθέους , γενιά πρώτη στην απέραντη τη γη
[σ. 158 - 160]
τους αποκάλεσαν ήρωες επειδή γεννήθηκαν από έρωτα, είτε όταν θεοί ερωτεύτηκαν γυναίκες είτε όταν θεές ερωτεύτηκαν άνδρες. Τους αποκάλεσαν ημίθεους επειδή κατά τη γέννησή τους είχαν ένα μέρος τους θεϊκό και ένα άλλο ανθρώπινο. Όπως ακριβώς, λοιπόν, είναι θεϊκό το γένος που προέρχεται από δύο θεούς και ανθρώπινο το γένος που προέρχεται από δύο ανθρώπους, έτσι και το μικτό γένος που προέρχεται από θεούς και ανθρώπους λέγεται γένος των ημιθέων. Όσον αφορά, όμως, την ίδια την διαφορά τους στη γέννηση πρέπει να την αναγάγουμε στο είδος της ζωής τους. Γιατί όσους διέπρεψαν περισσότερο στην ανυψωτική ζωή, τους παρουσίασαν να κατάγονται από πατέρα θεό και από μητέρα άνθρωπο. Όσους διέπρεψαν στην πρακτική αρετή, αυτούς αντιστρόφως τους παρουσίασαν από μητέρα θεά και από άνθρωπο πατέρα. Γιατί και οι δύο είναι θεϊκές, και η ανυψωτική και η πρακτική αρετή. Αλλά η μια είναι ανδροπρεπής, καθώς ανήκει σε ισχυρότερη ζωή, ενώ η άλλη είναι θηλυπρεπής, επειδή είναι υποβαθμισμένη ως προς τη δύναμη. Επίσης η μια είναι απαθέστερη, ενώ η άλλη είναι ομοιοπαθέστερη προς τα θνητά.
Οι ημίθεοι , οι ήρωες και οι δαίμονες αποτελούσαν μια τάξη ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους.

Πόλεμος κακός και τούτους και σαλαγητό φριχτό
άλλους μπρος στις εφτά πύλες των Θηβών , στην Καδμεία γη 
τους ξολόθρεψε στη μάχη για το βιος του Οιδίποδα
και άλλους πήγε με καράβια σε μεγάλη θάλασσα
και στην Τροία για την Ελένη με τα όμορφα μαλλιά.
Σε αυτούς χώρια από τους ανθρώπους βιος και τόπο χάρισε
και τους στέριωσε ο πατέρας Δίας στα πέρατα της γης .
και αυτοί βέβαια κατοικούνε , ξένοιαστο νου έχοντας
στων Μακάρων τα Νησιά , στον βαθύν Ωκεανό ,
ήρωες ευτυχισμένοι , και για αυτούς γλυκό καρπό
τρεις φορές το χρόνο φέρνει πλούσιο η ζωοδότρα γη
 σ. 161-173

 κάνει λόγο ο Ησίοδος για τον κλήρο των ηρώων, ότι ο Ζευς τους απένειμε στα πέρατα της γης, χωριστά από τους ανθρώπους, βιος και δικούς τους τόπους, τους οποίους ο Ησίοδος αποκάλεσε «ἤθη» (ενδιαιτήματα).
Ο υπαινιγμός, λοιπόν, δηλώνει ότι εκείνοι έχουν κλήρο πιο θεϊκό από την «ἐν τῇ γενέσει ζωῆ» και ότι για αυτό λέγεται πως κατοικούν στις νήσους των μακάρων, τις οποίες έχουν λάβει οι μακάριες ψυχές οι οποίες έχουν εγκατασταθεί σε νησιά, επειδή οι ψυχές αυτές υπερέχουν της
«γενέσεως»  [του κόσμου της γένεσης]
όπως τα νησιά υπερέχουν από την θάλασσα – που με αυτήν συμβολίζεται το «γίγνεσθαι».
Λέγεται, μάλιστα, ότι κατοικούν «παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην» ο οποίος χωρίζει τον νοητό τόπο από τη βασιλεία του Άδη και στον οποίο  λέγεται ότι κατ’ αρχάς φάνουν όσοι πάνε στον Άδη.
Λέει επίσης ότι η γη παράγει για αυτούς καρπό τρείς φορές τον χρόνο, επειδή απολαμβάνουν τα τέλεια και πιο θρεπτικά αγαθά από τις ζωογόνες δυνάμεις πάνω στην γη. Για αυτό και δεν είπε απλώς ότι η γη φέρνει καρπούς τρεις φορές, αλλά η «ζείδωρος ἄρουρα».


Πρόκλος 

Η ύπαρξη των ανώτερών μας γενών είναι τριπλή : νοητική, λογική και φανταστική, και στην νοητική αναλογεί το Χρυσό Γένος. Πράγματι, οι Έλληνες θεολόγοι λένε ότι ο χρυσός έχει αποδοθεί στον πρωταρχικό από τους Κόσμους, τον «εμπύριο και νοητικό». Το Αργυρό Γένος αναλογεί στη λογική ύπαρξη, αφού ο άργυρος αναλογεί στον ενδιάμεσο και αιθέριο Κόσμο. Το δε Χάλκινο Γένος, τέλος, αναλογεί στην άλογη και φανταστική ύπαρξη, διότι και η φανταστική εντύπωση είναι νους που μορφοποιεί, όχι όμως καθαρός, όπως ακριβώς και ο χαλκός που δίνει την εντύπωση πως έχει το χρώμα του χρυσού, περιέχει όμως άφθονο το γήινο στοιχείο, παρόμοιο και συγγενικό προς τα στερεά και αισθητά. Εξ ου και αναλογεί προς τον «πολύχαλκο ουρανό» και τον «χάλκινο»», πού είναι ο αισθητός Κόσμος, το σώμα του για την ακρίβεια, του οποίου και ο άμεσος δημιουργός παραδίδεται ότι τον χαλκεύει, είναι δηλ. ο Ήφαιστος. Τούτα λοιπόν είναι τα τρία γένη των δαιμόνων, στα οποία αναλογούν το χρυσό, το αργυρό και το χάλκινο γένος. Ποιο αναλυτικά θα αναφέρουμε ότι ο θεολόγος Ορφέας διδάσκει ότι υπάρχουν τρία γένη ανθρώπων.

Πρωταρχικότερο όλων το Χρυσό, το οποίο, λέει, το δημιούργησε ο Φάνης.
Δεύτερο το Αργυρό, του οποίου ηγήθηκε ο μέγιστος Κρόνος.
Τρίτο το Τιτανικό, για το οποίο λέει ότι το δημιούργησε ο Δίας από τα μέλη των Τιτάνων.

 Ο Ορφέας εν ολίγοις λέει ότι μέσα στους τρείς τούτους όρους περιέχεται κάθε είδος της ανθρώπινης ζωής.
 Ή δηλαδή είναι νοητικό και θεϊκό, εγκαθιδρυμένο ακριβώς στο κορυφαίο των όντων, ή στρέφεται προς τον εαυτό του και νοεί τον εαυτό του και αρέσκεται στην τέτοιου είδους ζωή, ή στρέφει το βλέμμα του προς τα χειρότερα και θέλει να ζει μαζί με εκείνα, τα οποία δεν διαθέτουν λογική, με τα άλογα όντα. Καθώς λοιπόν η ανθρώπινη ζωή έχει τρία είδη, το πρωταρχικότερο όλων προέρχεται από τον Φάνη, ο οποίος συναρτά προς τα νοητά κάθε νοητικό υποκείμενο, άλλωστε αυτό που βρίσκεται πριν από τα νοητά είναι θεός, και τα πρώτα νοητά είναι θεοί και ενάδες, και επειδή το νοητό έχει ουσία, και οι πρώτοι νόες είναι ουσίες, και επειδή ο νους παντού από τη φύση του είναι νοητικός, οι πρώτες ψυχές είναι νοητικές. Το δεύτερο είδος προέρχεται από τον Κρόνο τον πρώτο, τον παλαιό, όπως λέει ο μύθος, τον «αγκυλομήτη», δηλ. «αυτόν με τις στρεψίβουλες σκέψεις», αυτός ο οποίος κάνει τα πάντα να στρέφονται προς τον εαυτό τους, ενώ το τρίτο από τον Δία, ο οποίος διδάσκει την πρόνοια για τα δεύτερα και την οργάνωση των κατώτερων Κόσμων : αυτό πράγματι άλλωστε είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του δημιουργού.
Ο Ησίοδος από πλευράς του δεν δημιουργεί τρία μόνο γένη, αλλά πρώτο το χρυσό, έπειτα το αργυρό, στη συνέχεια το χάλκινο, μετά κάποιο ηρωικό γένος κι ύστερα το σιδερένιο, προχωρώντας τον χωρισμό σε πιο πολλά είδη ζωής.
Το χρυσό λοιπόν δηλώνει και για τον Ησίοδο κάποια μορφή νοητικής ζωής, άυλης και αγνής, σύμβολο της οποίας είναι το χρυσάφι που δεν σκουριάζει. Για τον λόγο αυτό μετακινεί το γένος αυτό στη σειρά των δαιμόνων, η οποία προνοεί, φρουρεί και απομακρύνει τα κακά από το γένος των ανθρώπων, μετά τον κύκλο της γένεσης. Ευρισκόμενο μάλιστα αυτό το γένος στην περιοχή της γένεσης ανατρέφεται, λέει, και τελειοποιείται από τους πατέρες για εκατό χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, γράφει ένα μύθο που συνδέεται με τις Μούσες και δείχνει ότι σύμφωνα με τον κατ’ ενέργεια νου από τους πατέρες, και χωρισμένο από την ανθρώπινη πολυπραγμοσύνη ζει μια ζωή αποκαταστατική. Και όπως και στον Πλάτωνα έτσι και στον Ησίοδο δηλώνει τον κύκλο της ταυτότητας [=κύκλος του Ταύτου - ουράνιος ισημερινός] και της ομοιότητας και του νοητικού είδους ζωής.
Το επόμενο από αυτό το γένος, το αργυρό, προχωρεί από την σύμφωνα με τον νου ενέργεια στην μεικτή από νου και Λόγο ενέργεια. Αναγνωριστικό του σύμβολο είναι ο άργυρος, που διαθέτει, αφενός, ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τη λαμπρότητα της σύμφωνης με τον Λόγο ζωής και τη φωτεινότητα όπως και το ότι μερικές φορές προσβάλλεται από τη σκουριά και τη σήψη, αλλά που, αφετέρου, έχει και κάτι πέρα από τα παραπάνω, το ότι όταν το βάλεις μαζί με το χρυσάφι παίρνει τη λάμψη του χωρίς να εκδηλώνει καμίαν αντίθεση προς αυτό. Έτσι είναι άλλωστε και ο Λόγος της ψυχής, μολονότι μερικές φορές πληρούται από την ύλη και από την υλική ακαθαρσία. Αλλά επίσης καταυγάζεται και φωτίζεται από τον νου, και, αφού φωτιστεί, εκδηλώνει μια μόνο και κοινή με αυτόν ενέργεια, «θεώμενος τα όντα» «με την νόηση συνοδευόμενη από τον Λόγο», όπως λέγει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο, 28.a» και στον «Φαίδρο, 247.e» αντίστοιχα.
Το χάλκινο γένος, εξάλλου, το τρίτο, σταθεροποιεί το οικείο του είδους ζωής ακριβώς στη σύμφωνη με τον Λόγο ενέργεια και μόνο, την οποία δηλώνει συμβολικά ο χαλκός, κατά τον ποιητή, ο οποίος λέγει ότι εκείνοι που τοποθετήθηκαν στο γένος τούτο από τον Δία πραγματοποιούν όλες τις τεχνικές τους δραστηριότητες και όλες τις πολεμικές τους ενέργειες χρησιμοποιώντας τον χαλκό. Ένας λόγος λοιπόν άυλος, που υπάρχει ως καθαρό φώς και είναι απαλλαγμένος από τη σκοτεινή ύλη, που έχει μάλιστα και ο ίδιος κάποια ομοιότητα με τον Νου λόγω της επιστροφής προς τον εαυτό του, όπως έχει κάνει και ο χαλκός με το χρυσάφι, προσδιορίζοντας τη ζωή τούτων. Και επειδή ο χαλκός είναι αυτός που κατεξοχήν παράγει ήχο και μιμείται τον ζωτικό συριγμό της ψυχής, είναι αυτός που ταιριάζει στο ενδιάμεσο είδος της ζωής, το σύμφωνο με τον Λόγο. Το γένος των ημιθέων, που είναι το τέταρτο στην σειρά, στρέφει τον Λόγο συνολικά προς την κατ’ ενέργεια [πρακτική] ζωή, ενώ λαμβάνει επίσης λόγω του πάθους, και κάποια άλογη κίνηση και ορμή κατά τις πράξεις, επιδιδόμενο έτσι σε αυτές με περισσότερη προθυμία. Για αυτό επομένως και ο ποιητής δεν παραχώρησε στο γένος τούτο κάποιο ιδιαίτερο μέταλλο με τη σκέψη ότι έχει τους χαρακτήρες του πριν και του μετά από αυτό γένους, όντας πραγματικά γένος ημιθέων, διότι με τον Λόγο, στον οποίο έλαχε θεϊκή ουσία, συνέμειξε την θνητή ζωή του πάθους. Τη μεγαλοπρέπεια και την επιτυχία που έχει το γένος τούτο στα έργα του την προσφέρει ο Λόγος, ενώ την ενεργητική η παθητική δράση μέσω της ταύτισης ή της αντίθεσης των αισθημάτων του την προσδίδει το πάθος στη συνύφανση του με τον Λόγο.
Το σιδερένιο γένος, το πέμπτο στην σειρά, είναι πραγματικά τελευταίο και χθόνιο, γεμάτο πάθη καθώς είναι παραπλήσιο με το σίδερο : ανθεκτικό, σκληρό και γεώδες, μαύρο και σκοτεινό.
Τέτοια είναι άλλωστε και η φύση των παθών, ανεπίδεκτη νουθεσίας και αλύγιστη από τον Λόγο, και επίσης βαριά και αμέτοχη τρόπο τινά στον Λόγο, ο οποίος είναι φώς. Πραγματικά, εικόνα όλων τούτων είναι το σίδερο, με το οποίο ο ποιητής απεικόνισε το 5ο γένος. Δικαιολογημένα λοιπόν αυτό είναι το τελευταίο και λιγότερο τιμώμενο, μέσα στα πάθη καθώς κυλιέται, με τον κίνδυνο να εκπέσει στην εντελώς θηριώδη και δίχως λογικό ζωή, έχοντας πάνω του αμυδρό και θαμπό το φως του Λόγου, όμοια και το σίδερο έχει μιαν αμυδρή ομοιότητα στην απόχρωση του με τον άργυρο, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μαύρο. Και το παθητικό στοιχείο άλλωστε έχει μια δύναμη φαντασίας η οποία τείνει να μιμηθεί τον Νου και τον Λόγο, αλλά δεν μπορεί επειδή εκδηλώνει την ενέργεια της μαζί με την ύλη.

----------
Ρούσσος 
Ενώ στις ανατολικές ιστορίες διατυπώνεται η πίστη στην ανακύκληση των πάντων , επομένως και του καλού , στο ελληνικό κείμενο κάτι τέτοιο ρητά τουλάχιστο δεν δηλώνεται. Η ανεκπλήρωτη ευχή του ποιητή , ο ίδιος να γεννιόταν ή πριν ή μετά το σιδερένιο γένος , δεν γνωρίζουμε αν μας επιτρέπεται να να υποθέσουμε την πίστη του , στην επιστροφή του καλού.
Επίσης ενώ στις ανατολικές παραλλαγές του μύθου , η περιγραφή του ξεπεσμού , δηλαδή η απαισιόδοξη θεώρηση προχωρεί χωρίς διακοπή , στον Ησίοδο διακόπτεται με την παρεμβολή του ηρωικού γένους και ίσως με την λαϊκή πίστη ότι οι άνθρωποι του χρυσού γένους ενεργούν ως αγαθοποιά πνεύματα και παραστέκουν τους θνητούς προστατευτικά .
Ο μύθος για τα πέντε γένη , είναι η πρώτη ελληνική γραμμένη ιστορία του ανθρωπίνου γένους και συνάμα η πρώτη φιλοσοφική θεώρηση του ανθρώπινου βίου και πολιτισμού .
Με το χρυσό γένος περιγράφεται μια περίοδος της ανθρωπότητας , πριν από κάθε κοινωνικό θεσμό και κάθε τεχνολογία , τότε που οι άνθρωποι , χωρίς φωτιά , γεωργία , και ναυτιλία , ζούσαν απλά μέσα στην φύση , όπως και τα άλλα ζώα , και τρέφοταν με ότι πρόσφερε πρωτογενώς η γή , χωρίς καλλιέργειες . Αυτή η περίοδος αντιστοιχεί στην κατάσταση που προϋποθέτει ο μύθος της Πανδώρας και του βιβλικού παραδείσου .
Με το ασημένιο γένος περιγράφεται μια περίοδος μητριαρχίας . Εδώ ο μύθος υποδηλώνει γενικά μια κατάσταση και δεν πρέπει να εννοηθεί κατά γράμμα , διαφορετικά θα έμεινε θα έμενε ανεξήγητο . Δηλαδή το πως οι μητέρες μετά την ωριμότητά τους ζούσαν τουλάχιστον εκατό χρόνια . Όσα χρόνια χρειαζόταν για να αναθρέψουν τα παιδιά τους . Ενώ ταυτόχρονα επισημαίνεται ότι γενικά οι άνθρωποι , μόλις έφταναν στην εφηβία τους ,  απεβίωναν .
Με το χάλκινο γένος σημειώνεται η περίοδος που έζησαν οι πρώιμοι Έλληνες , βοσκοί , που ήξεραν να δουλεύουν τον χαλκό .
Με το ηρωικό γένος προσφέρεται μια ξεχωριστή θέση στις γενιές της ακμής του Μυκηναϊκού πολιτισμού .
Τέλος το σιδερένιο γένος είναι οι Δωριείς , που με τα σιδερένια όπλα τους κατέστρεψαν τον Μυκηναϊκού πολιτισμό .



Δημοσίευση σχολίου