Translate

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ - Ο ΘΕΑΤΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

                                                    ΑΝΤΙΓΟΝΗ - ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ


Γεννήθηκα στην Καλλιθέα, όπου έμεινα μέχρι την Ε’ Δημοτικού. Δεν πολυέβγαινα απ’ το σπίτι. Αν πήγαινα δυο τετράγωνα παρακάτω, νόμιζα ότι πήγαινα δεν ξέρω κι εγώ πού. Κινδύνευα πολλές φορές να μη βρω το σπίτι μου, ενώ ήμουνα στον ίδιο δρόμο. Έχω κάτι περίεργες αναμνήσεις από αυτό το μέρος. Ανέβαινα σ’ ένα βουναλάκι, πίσω από το Πάντειο, και, κοιτώντας κάτω, νόμιζα ότι ήμουν σε μια μεγάλη κορυφή βουνού. Πριν από μερικά χρόνια, που είδα αυτή την ανηφορίτσα, μου φάνηκε ένα τίποτα. Έμενε εκεί η δασκάλα μουσικής του αδερφού μου - όχι δική μου, δυστυχώς. Εγώ ήμουν πολύ δειλός. Αν είχα αρχίσει μαθήματα μουσικής σε εκείνη την ηλικία, θα είχα σωθεί. Δεν θα είχα όλα αυτά τα προβλήματα αργότερα. Πολύ μυστήρια φύση είμαι. Μικρός τραγούδαγα τα πάντα. Επειδή ο αδερφός μου ασχολιόταν με την όπερα, ήξερα ατελείωτα κομμάτια απέξω. Μετά έπαψα.
Επιφανειακά ήμουν ένα παιδί με αρχές, φόβους και ανατροφή. Αλλά διαφορετικό από κάτω. Όταν το κατάλαβα, ήταν λίγο αργά, αφού αυτή η ανατροφή είχε επικρατήσει. Η ανατροφή οριζόταν στα αγόρια ως ένα είδος συνετής συμπεριφοράς, καλών βαθμών στο σχολείο, να μην αργείς πάρα πολύ το βράδυ. Όλα αυτά τα έκανα χωρίς ν’ αναρωτιέμαι, αυτόματα, με αποτέλεσμα στην τελευταία τάξη του γυμνασίου από πρώτος μαθητής να γίνω τελευταίος. Απότομα. Σκέψου πόσο έντονα το ζούσα αυτό, ώστε να πάρω αυτή την απόφαση: να κάνω σκασιαρχεία, να μπλέξω με παρέες, ξενύχτια και τέτοια. Ένα απότομο ξέσπασμα. Τότε μπήκε σε σειρά ακόμα και αυτή η ώρα του ύπνου, που είναι πρωινή.
Παρόλη την επαναστατική διάθεση της δεκαετίας του ’60, εγώ χαρακτηριζόμουν από έναν συγκρατημό. Η πλευρά της «ανατροφής» επικρατούσε στο βάθος. Δεν έδινα διέξοδο σε πράγματα πολύ τολμηρά. Γι’ αυτό και τώρα αντιλαμβάνομαι τα πολύ τολμηρά πράγματα κάθετα. Έχει ενδιαφέρον να αντιμετωπίζεις επιφανειακά την αίσθηση του κινδύνου. Τώρα την ξέρω την αίσθηση του κινδύνου από τη δουλειά μου. Παρόλο που επικράτησε η πλευρά του καλού παιδιού στη δουλειά, πρέπει συνεχώς να επαληθεύω ότι κινδυνεύω. Αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Είναι πολύ περίεργοι οι τρόποι που βρίσκει κανείς, ώστε να εφευρίσκει πράγματα και να τα συνθέτει. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έφτασα στη δουλειά που κάνω. Δεν ήταν κάτι που επιδίωκα φανερά. Αν το ήξερα πως αυτό ήθελα να κάνω, θα με χάλαγε. Οτιδήποτε, αν το ήξερα από πριν, με χάλαγε. Έπρεπε να πηγαίνω κάπου επειδή κάτι με οδηγεί. Πρώτη φορά έπαιξα μετά τον στρατό. Δεν ήταν κάτι που ήθελα. Με σπρώξανε. Ίσως φοβόμουνα την απόρριψη και την αποτυχία
Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν στο Ανοιχτό Θέατρο, που ήταν τότε εκεί που βρίσκεται τώρα το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. Ήταν η κατά Γιώργο Μιχαηλίδη ιστορία του Βόιτσεκ, που ονομαζόταν Τα οράματα του Μπίχνερ». Μετά δούλεψα με το Αμφιθέατρο, ενώ ήταν να πάω στο Τέχνης. Λάτρευα τον Κουν και με λάτρευε, αλλά δεν συνεργαστήκαμε ποτέ. Τώρα, άμα κάτσω και το σκεφτώ, μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανα. Μετά, έμεινα στο Αμφιθέατρο, στη συνέχεια στην επιθεώρηση με τα παιδιά του Ελεύθερου Θεάτρου, μετά στη Λαμπέτη και μετά έγινε η Σκηνή. Τέλος, έγινε Η νέα Σκηνή, όπως νέα ζωή.
Δεν είχα κανέναν λόγο να σκηνοθετήσω. Έγινε εκ των ενόντων. Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές. Αφού βέβαια είχαν προχωρήσει οι πρόβες και η παράσταση. Αυτό έκανα ανελλιπώς μέχρι τώρα. Μόλις πρόσφατα βρήκα έναν τρόπο να χαλαρώσω και να φέρω τα πράγματα σε μια ισορροπία. Αυτό είναι άσχετο με τις επιτυχίες που είχα στο παρελθόν. Ακόμα και σήμερα δεν διατείνομαι ότι είμαι σκηνοθέτης. Δεν έχω σπουδάσει καν σκηνοθεσία. Βέβαια, βλέπουμε και τους σπουδαγμένους τι κάνουνε... Είμαι καθαρά εμπειρικός, δεν μπορώ να «μάθω» να σκηνοθετώ. Δεν μπορώ να πω ότι κάτι που έκανα σ’ ένα έργο μπορώ να το κάνω και στο επόμενο. Βρήκα ένα χαρτί μια μέρα, όπου έγραφα πώς πρέπει να γίνει μια βουβή σκηνή. Αυτό μπορούσε να οδηγήσει στη «μέθοδο Βογιατζή», πλην όμως δεν έγινε ποτέ.
Έχω τεράστια ανάγκη την επαλήθευση για να προχωρήσω. Μην το εκλάβεις ως κάτι ορθολογικό. Η επαλήθευση είναι απαραίτητη τόσο στην επιστήμη όσο και στην τέχνη. Μιλάω καθαρά για την καλλιτεχνική δημιουργία. Επαληθεύεις ότι σωστά ανταποκρίνεται μέσα σου αυτό που κάνεις. Δεν μου αρέσουν οι μέθοδοι και η διδασκαλία. Δεν πιστεύω ότι μπορώ να σε μάθω κάτι. Μπορώ μόνο με πλάγιο τρόπο να δω αν εσύ σκαμπάζεις. Παλιότερα δεν το ήξερα, ήμουν πολύ επίμονος και μανιακός. Τότε, από την ανάγκη ν’ αποκτούν οι παραστάσεις μια ροή, μια αισθητική και μια υπόγεια μουσικότητα, μπορούσα να σου πω «κάνε αυτό ακριβώς».
Μου αρέσουν περισσότερο οι πρόβες από την παράσταση. Όλη αυτή η διαδικασία της ανακάλυψης. Σε ενδιαφέρει να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, τι κάνουν οι άλλοι. Να αποκτήσεις αυτή την ευχαρίστηση που είναι μια πολύ μυστήρια έννοια, εφόσον μπορεί να τη νιώθουν και οι ατάλαντοι. Τι σημαίνει, όμως, ευχαρίστηση; Το ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε; Όμως όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε - και τότε ακριβώς είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Αλλιώς, είμαστε ασύδοτοι.
Βεβαίως, θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο να σου πω να κάνεις αυτό ακριβώς. Στη χώρα μας και στον χώρο μας υπάρχει αυτή η υποκειμενική δυσκολία τού να ξέρεις ότι χρειάζεται να δουλέψεις. Δουλεύω σημαίνει μπαίνω σε περιοχές που δεν τις κατέχω. Βλέπω κάποιους ηθοποιούς στην τηλεόραση, που υποτίθεται ότι έχουν ταλέντο, και παραμένουν αναλλοίωτοι. Εντάξει, στην τηλεόραση δεν σου ζητάνε και τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά έτσι αρχίζεις και συνηθίζεις το να μη σου ζητάνε. Είναι όπως λέγανε παλιά για μια γνωστή ηθοποιό: «Μην κοιτάς που παίζει έτσι στην παράσταση, στις πρόβες είναι εκπληκτική. Αλλά στην παράσταση αναγκάζεται να προσαρμοστεί σε αυτό που θέλει το κοινό». Δεν μπορεί να ισχύει αυτό το πράγμα. Αν αποφασίσεις να είσαι καλός, δεν μπορείς να κάνεις ύστερα εκπτώσεις.
Δεν είμαι κανένας βαρεμένος που διατείνεται συνέχεια ότι τα πράγματα πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου. Η έννοια αυτή δεν περιέχεται στη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Για υψηλό επίπεδο και πνευματικότητα μιλά ο πάσα ένας. Έχουν χάσει το νόημά τους οι λέξεις. Ο καθένας έχει το δικό του μέτρο, το οποίο μπορεί να είναι αποδεκτό, μπορεί και όχι. Όμως κάπου υπάρχει μια περίεργη, υπόγεια αίσθηση μιας πιο αναλλοίωτης πραγματικότητας. Θα μπορούσα να τη συγκρίνω με αυτό που νιώθω για τους θεατές, όταν απογοητεύομαι από αυτούς. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι έχει μεγάλη σημασία να παίρνεις δύναμη απευθυνόμενος στον ιδανικό σου θεατή: σε αυτόν που με κατραπακιάζει μεν, όχι όμως όπως οι κριτικοί...
Δεν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν. Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. Αποκτάς μια σιγουριά και γίνεσαι πρόχειρος. Δεν μπορείς να γράφεις ψέματα ότι σου αρέσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν αξίζει. Για να μπορέσω να σε πείσω για κάτι που δεν αξίζει, μπαίνω στην ίδια διαδικασία που μπαίνει ένας ηθοποιός. Άμα το κάνω εκατό φορές, γίνομαι στο τέλος αυτό που παριστάνω. Έτσι, εγώ μεν πιστεύω αυτό που γράφεις, αλλά η τιμωρία σου είναι ότι γίνεσαι κακόγουστος. Αυτό είναι μέσα στην κοινωνία. Θέλαμε να σπουδάσουμε όλοι και να τι έγινε. Δεν είναι κακό αυτό, κακό είναι το να θες να γίνεις αγρότης και η μάνα σου να λέει «όχι κι αγρότης το παιδί μου!». Έμαθα ότι μια μητέρα ζήτησε ν’ αλλάξει το έργο που θα παιζόταν στο σχολείο, επειδή ο γιος της δεν είχε μεγάλο ρόλο. Αυτό πώς θα γίνει ν’ αλλάξει; Αλλάζουν οι γονείς; Προσωπικά π.χ. είχα πρόβλημα με τη μητέρα μου, δεν την άφηνα να έρθει να με δει. Μου έλεγε «στο Ηρώδειο, όμως, θα έρθω. Δεν θα με καταλάβεις σε τόσο κόσμο». «Κανείς λάθος», της απαντούσα, «εγώ έχω εθιστεί στο να ψάχνω να δω αν είσαι από κάτω ή όχι. Θα σε βρω και θα διακόψω την παράσταση». Με τον πατέρα μου δεν είχα πρόβλημα.
Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο. Επειδή το αναφέρουν αρκετές φορές για μένα, σημασία έχει να σκέφτεσαι ποιοι είναι αυτοί που το γράφουν και γιατί. Δεν έχει σημασία να σκέφτεσαι αυτό που λένε. Αυτό είναι μια ευκολία. Παλιά με ενοχλούσαν αυτά που έγραφαν. Επειδή ήμουν πιο ανασφαλής. Τώρα δεν με νοιάζει, γιατί δεν θα με βάλει σε μια τέτοια ιστορία κάποιος που είναι τόσο μακριά από τα πράγματα.
Μπορώ με κάποιον να προσπαθώ να συνεργαστώ για τρεις μήνες. Ε, όταν μπει ο τέταρτος, χάνεται η δυνατότητα. Έτσι γίνονται και οι πολλές παρεξηγήσεις. Αρρώστησα από αυτό το πράγμα και κατάλαβα ότι δεν γίνεται να ζητάς από τον άλλον κάτι που δεν μπορεί να κάνει. Εμένα η ανάγκη μου ήταν πάντα να συνεργάζομαι με ανθρώπους που να βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, οπότε «ίδιο μήκος» σημαίνει κάτι άλλο πια. Δεν μπορώ να δουλεύω εγώ είκοσι ώρες κι εσύ δύο και να πιστεύουμε ότι είμαστε στο ίδιο μήκος. Ομαδικό σημαίνει να μπορεί να είναι ο καθένας αυτό που είναι. Δεν γίνεται με το ζόρι. Ομαδικό είναι να δέχομαι ότι εγώ δουλεύω είκοσι ώρες κι εσύ δύο. Η δουλειά είναι από τη φύση της ομαδική. Μη βλέπεις ότι είναι μοδάτο να μαζεύονται δέκα νέοι και να δουλεύουν. Από τη μεγάλη ανάγκη για ομαδικότητα έφτασα σήμερα να κάνω το αντίθετο... Ομαδικότητα είναι η αποδοχή τού τι ανήκει στον καθένα.
Όσο περνούν τα χρόνια, θέλω η παράσταση ν’ ανεβαίνει όσο πιο σύντομα γίνεται. Ακόμα κι ανέτοιμη. Από Ελληνες θεατρικούς συγγραφείς μού αρέσουν πάντα ο Διαλεγμένος και η Λούλα. Επίσης, ο Κεχαΐδης ο συγχωρεμένος. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες φωνές τα τελευταία χρόνια, όπως ο Μιχάλης ο Βιρβιδάκης, που θα ανεβάσω έργο του του χρόνου. Θυμάμαι πως όταν έκανα το Σε φιλώ στη μούρη του Διαλεγμένου, διάβαζα το έργο κι έλεγα ότι αυτή είναι η γλώσσα μου. Δεν το καταλάβαινα. Αυτήν τη λέξη τη χρησιμοποιώ, την ακούω, τη λέω, στο θέατρο, όμως, μου είναι κάτι άγνωστο. Ξεκίνησα τη σχέση μου με τα ελληνικά έργα, διαπιστώνοντας ότι η γλώσσα μού είναι κάτι το άγνωστο. Και δεν ήταν λάθος, γιατί αν τη θεωρούσα γνωστή, θα έβγαινε κάτι πολύ κοινότοπο.
Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει. Παρόλο που μου αρέσει πάρα πολύ η Ζυρίχη. Έχει απίστευτα πράγματα αυτή η χώρα. Αθέατες οντότητες κρατούν κάτι. Γιατί οι γνωστές είναι καταβαραθρωτικές. Έχουν επικρατήσει ένας ζαμανφουτισμός και η καλλιέργεια αυτού του εγωιστικού και συμφεροντολογικού αισθήματος που δημιουργεί άλυτες καταστάσεις. Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;

=============================

Η ΠΡΩΤΗ ΜΑΣ επικοινωνία έγινε στις 2:00 μετά τα μεσάνυχτα. Ξέροντας ότι ξενυχτάει όπως κι εγώ, του ζήτησα να με πάρει να συνεννοηθούμε ό,τι ώρα ήθελε. Σε παλιότερη συνέντευξή μας είχε χρειαστεί να περιμένω να τελειώσει πρόβα. Τότε είχαμε ξεκινήσει να μιλάμε στις 1:30 το πρωί και τελειώσαμε γύρω στις 4:00. Αυτήν τη φορά το πρόβλημα ήταν μόνο ότι είχε ένα πολύ φορτωμένο Σαββατοκύριακο. Το μεσημεριάτικο κάλεσμα του Σαββάτου ήταν επιτακτικό: «Πάρε ταξί αμέσως, έχω μόνο μία ώρα καιρό». Κι έτσι βρέθηκα στα σκοτάδια του θεάτρου της οδού Κυκλάδων, ενώ έξω ο ήλιος έλαμπε. Αποφασίσαμε να καθίσουμε στο νέο αίθριο που υπάρχει εδώ κι έναν χρόνο στο πίσω μέρος, που βλέπει έναν ακάλυπτο. Οι νοικοκυρές στα γύρω μπαλκόνια έκαναν τις δουλειές τους κι ο Λευτέρης Βογιατζής έδειχνε στα καλύτερά του. Κομψά ντυμένος αλλά και μποέμ ταυτόχρονα, ήρεμος και ευδιάθετος, σε λίγο θα μου έδινε ολόκληρη διάλεξη γύρω από τον Χάρολντ Πίντερ, έργο του οποίου μόλις ανέβασε. Το Θερμοκήπιο ούτε το έχω διαβάσει -είναι έργο μάλλον άγνωστο-, ούτε την παράσταση έχω δει ακόμα. Έτσι, ξεκίνησα την κουβέντα για το περιπετειώδες ανέβασμα του Τόκου του Δημητριάδη στο Φεστιβάλ Αθηνών. Η παράσταση «δίχασε κοινό και κριτικούς», που λένε, αλλά κάτι στο οποίο όλοι λίγο πολύ συμφώνησαν ήταν ο λάθος χώρος. Ήταν αυτό και το πρώτο πράγμα που του ομολόγησα, ότι όταν μπήκα μέσα στον φεστιβαλικό, πρώην εργοστασιακό χώρο της οδού Πειραιώς, νόμιζα ότι ήμουν σε γήπεδο 4x4.
«Εγώ ήθελα να ανέβει εδώ μέσα, αλλά το Φεστιβάλ επέμενε να γίνει εκεί. Είπα “ας το δοκιμάσω”. Εν τέλει, όχι απλώς το δοκίμασα, το τίναξα στον αέρα! Είχαμε μόλις μιάμιση μέρα για να γίνει το όλο στήσιμο, μαζί με τους φωτισμούς. Μια τρέλα. Ο χώρος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο με μικρόφωνο και χρειαζόταν η μπούκα για να διατηρηθούν τα μηχανήματα του ήχου, την οποία εμείς αφαιρέσαμε τελείως. Ήταν μια προβληματική κατάσταση, την οποία εγώ έκανα ακόμα πιο προβληματική, φέρνοντας στα άκρα τον βαθμό δυσκολίας. Ήταν ένα πείραμα το οποίο από μια άποψη ήταν ολέθριο κι από άλλη πάρα πολύ ενδιαφέρον. Έπρεπε να λυθεί το πρόβλημα της κίνησης, κι αυτή η δυσκολία ένιωθα να με έλκει».

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΝΑ 
καταλάβω πού έβρισκε το ενδιαφέρον του τολμήματός του στην «αλάνα», όπως κι ο ίδιος χαρακτήρισε τον χώρο, επέμενα να μου εξηγήσει και συνέχισε. «Έτσι με ενδιέφερε να το δούμε κι εγώ και η σκηνογράφος, στην άκρα του γύμνια. Όσο γι’ αυτό που νιώθει κανείς μόλις βλέπει κάτι, μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά. Αν μπεις σε έναν χώρο, αντί τρομαγμένος, με περιέργεια, μπορεί να νιώσεις άλλα πράγματα. Εγώ δεν έκανα μια διαφορετική δουλειά εκεί. Έκανα μια τρομακτικά επώδυνη δουλειά. Και “αποτυχία” να το λέγατε, τι είδους αποτυχία εννοείτε; Άνθρωποι που εμπιστεύομαι θεωρούν κι αυτοί, όπως κι εγώ, ότι είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει». Ε, δεν είχα σκοπό να εξαντλήσω, βέβαια, τη συζήτησή μας γύρω από αυτό.

Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ ΕΙΝΑΙ 
για τη γενιά μου ένας τρόπον τινά «ζωντανός μύθος», όπως ήταν παλιότερα ο Κουν και ο Βολανάκης. Ο ίδιος θέλει να κοιτάει τη δουλειά του και να μην επηρεάζεται από το κουβεντολόι της πλατείας και «δημοσιογραφίστικους» χαρακτηρισμούς. Η αγωνία του ή, καλύτερα, το ερώτημα που θέτει στον εαυτό του είναι πάντα η ίδια η φύση του θεάτρου, οι λόγοι που οδηγούν κάποιον να ανεβαίνει στη σκηνή. Ο χαρακτηρισμός «στοίχημα», που αρχικά χρησιμοποίησα για την αναμέτρησή του με τα έργα που αναλαμβάνει, λέξη μάλλον «πεζή», δεν τον εκφράζει. «Οι λέξεις διαφέρουν ανάλογα με τη θέση που παίρνουν σε μια φράση κι ανάλογα με τον άνθρωπο που τις λέει. Δεν είμαστε λεξικό που το ανοίγεις και βλέπεις μια έννοια. Μια λέξη σημαίνει όλα τα πράγματα που μεταφέρει αν κάτσει δίπλα σε μία άλλη, αν είναι μόνη της, αν κάνει κρύο, αν κάνει ζέστη…», μου είπε στην αρχή της κουβέντας, όταν τον αποκάλεσα «τελειομανή». Λέξεις λοιπόν όπως «στοίχημα», «στόχος», λέξεις κλισέ, η αλήθεια είναι, δεν του άρεσαν. Λέξεις μάλλον… απλοϊκές που χρωματίζουν άλλου τύπου συμπεριφορά: «Δεν βάζω καθόλου στοιχήματα στη ζωή μου. Τι σημαίνει “στοίχημα”;
Βάζω στοίχημα, λέμε, αν θα πετύχω κάτι. Εγώ δεν διαλέγω ένα έργο απλώς επειδή είναι δύσκολο, για να δω αν θα πετύχω και να έχω την “ικανοποίηση” επειδή το πέτυχα. Μ’ ενδιαφέρει το αίνιγμα του έργου στον βαθμό που, αφού το λύσω, να μπορέσω να το διατηρήσω. Δεν πάει ο νους μου να νικήσω μια δυσκολία, να τα βγάλω πέρα παλικαρίσια». Έστω. Μπορούμε να μιλήσουμε για «ικανοποίηση» σε ανθρώπινες διαστάσεις; Ούτε τότε, όμως, πέτυχα τη σωστή λέξη. «Θα απαντήσω ειλικρινά, γιατί για κάποιον λόγο μού το βγάζεις με τις ερωτήσεις σου. Νιώθω έναν τρόμο μπροστά σε κάτι που με παγιδεύει όταν μιλάμε για ικανοποίηση. Αντί για ικανοποίηση, προτιμώ να πάω για μπάνιο στη θάλασσα. Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι έκανα έναν κόπο για τον οποίο θα πρέπει να νιώσω ικανοποίηση. Μπορεί να τη νιώθω κάπου, στο ένα μου πλευρό ή στο φρύδι, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι τη νιώθω! Δεν μπορώ να ζήσω μ’ αυτές τις σκέψεις. Να λέω, “αχ, έκανα κάτι καλό”». Αναπόφευκτα αναρωτιέμαι, δεν ήταν «στόχος» η επανάληψη της Αντιγόνης για δεύτερη χρονιά; «Ίσως, αλλά εγώ δεν μπορώ να σκέφτομαι ότι έχω έναν στόχο. Αν υπάρχει, υπάρχει! Δεν θέλω να λέω “έχω έναν στόχο”. Το κάνω με τον πιο φυσιολογικό τρόπο. Είναι μέσα μου…».
Η επανάληψη της Αντιγόνης ήταν όντως βελτιωμένη, το παραδέχεται, είτε το στόχευσε είτε όχι. Καταλήγω -άλλη μια λέξη που του προξένησε αποστροφή- ότι οι λέξεις που χρησιμοποιώ δεν είναι αυτές που τον εκφράζουν. Ακόμα και η «αγωνία» που ζει όταν είναι υποχρεωμένος κάθε βράδυ να παίζει, πάλι δεν ήταν η κατάλληλη. «Όλο το πρόβλημα είναι αυτό. Τι είναι αυτή η δουλειά στο βάθος; Πολλά βράδια με πιάνει κρύος ιδρώτας. Γιατί να βγω τώρα να παίξω; Για ποιον λόγο να βγω μπροστά στον κόσμο; Έχω κάποια σχέση μαζί τους; Είναι κάποιος ιδεαλισμός; Κάποια ανώτερη δύναμη που λέει “βγες και γίνε ιερέας εννοιών”; Καθόλου! Έχω τεράστιο πρόβλημα και προσπαθώ να το μεταδώσω και στους άλλους». Μα, τι στο καλό! Τόσα χρόνια στο σανίδι, που λένε, δεν το έχει απαντήσει; «…Η μόνη απάντηση που έχω δώσει είναι ότι, όπως με χρησιμο- ποιούν οι θεατές, έτσι πρέπει να τους χρησιμοποιήσω κι εγώ. Δηλαδή για αισθητικούς λόγους. Υπάρχει η ανάγκη να σε βλέπουν και να σε ακούν, στο επίπεδο που κάτι τέτοιο χρειάζεται για να επικοινωνείς με τον εαυτό σου.
Τότε μπορώ να βρω δικαιολογία και να πω ότι έχουμε ανάγκη οι ηθοποιοί το κοινό για κάποιον λόγο. Έτσι, μπορώ να ισχυριστώ ότι απόψε έχω κέφι, γιατί χωρίς κέφι αυτό το πράγμα είναι ένα μηδέν. Έχω, δηλαδή, την όρεξη να ρίξω ένα μικρό φως σ’ αυτήν τη σχέση που πάει να γεννηθεί. Να δούμε αν θα γεννηθεί κι αν θα αποκαλύψει κάτι». Να, λοιπόν, μια αιτία, λέω εν τη αφελεία μου… «Μπα, δεν ανακαλύπτονται ποτέ. Μόλις ανακαλυφθούν, αρχίζει καινούργια αναζήτηση καινούργιας αιτίας!». Είναι γνωστό ότι η σχέση του σκηνοθέτη Βογιατζή με τους ηθοποιούς του είναι ιδιαίτερη και γόνιμη. Δεν είναι τυχαίο ότι αφιερώνει μήνες στη διδασκαλία των παραστάσεών του. «Η θέση του ηθοποιού μέσα στο έργο είναι το μεγάλο κλειδί. Κι εκεί είναι όλο το θέμα, κι ό,τι επενδύεται είναι αυτό. Είτε πετυχαίνει, είτε δεν πετυχαίνει. Γι’ αυτό και είμαι τόσο δοσμένος στους άλλους ηθοποιούς, σε σημείο που δεν έχω χρόνο για μένα. Εγώ προετοιμάζομαι πολύ μετά». Αυτό ήταν κάτι που άκουγα για πρώτη φορά. Ζητάω να μου διευκρινίσει αν εννοεί ότι δουλεύει τους ρόλους του στη διάρκεια των παραστάσεων. «Αυτό ακριβώς συμβαίνει πάντα!», παραδέχεται…

ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ 
του παράσταση μοιάζει, ωστόσο, απόλυτα «ικανοποιημένος», για να χρησιμοποιήσω τη βλάσφημη για κείνον λέξη. Πρόκειται για ένα έργο που ο Χάρολντ Πίντερ είχε γράψει το 1958, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, και τρομαγμένος, ενδεχομένως, από την κακή υποδοχή του Πάρτι Γενεθλίων, το έβαλε στο συρτάρι για να το επαναφέρει είκοσι δύο χρόνια μετά, ανακαλύπτοντας πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν, με αναφορές στα γκουλάγκ και στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όλα συμβαίνουν μέσα σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου το κοινό δεν βλέπει ποτέ τους ασθενείς, αλλά μόνο το ανώτερο προσωπικό. Του κάνω την παρατήρηση ότι δεν είναι τυχαίο που επέλεξε, έστω υποσυνείδητα, ένα τέτοιο έργο αυτή την εποχή. «Πολύ πιθανόν, αλλά είμαι ευτυχής που η κατεύθυνσή του δεν είναι αμιγώς πολιτική. Είναι μια τερατώδης φάρσα για την εξουσία και τη γραφειοκρατία.
Διακωμώδηση και ταυτόχρονα σκοτεινή ζωγραφιά αυτού του κόσμου, που το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Κι έχει πάρα πολύ γέλιο! Διαφέρει λίγο από τα άλλα του έργα, ορισμένα πράγματα λέγονται καθαρά, με τ’ όνομά τους, γεγονός που δημιουργεί μια τρομερή περιδίνηση που πάλι μας θολώνει και τα κάνει όλα να είναι πολύ διφορούμενα. Δεν ξέρεις από πού ξεκινά και πού καταλήγει, ποιος κινεί τα νήματα μες στον κόσμο. Για μένα αυτή είναι η αξία του έργου τελικά. Είμαστε ριγμένοι σε έναν κόσμο όπου συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις, γιατί δεν ξέρεις από πού ξεκινά ο τρόπος της λειτουργίας τους. Από την κυβέρνηση μέχρι την επιστήμη. Ο Πίντερ, όταν το έγραψε, δεν ήθελε να έχει καμία πολιτική κατεύθυνση - αν και αντιρρησίας συνείδησης τα σιχαινόταν όλα αυτά. Άρα, να που η κατεύθυνση είναι μέσα μας! Δεν σχεδιάζεις, δεν στοχεύεις. Όπως κι εκείνος, τότε, δεν στόχευε σε μια πολιτική αντιστοιχία των θεμάτων του στη ζωή».

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥ ΒΟΓΙΑΤΖΗ, 
συνήθως αξιοπρεπές, πνίγει τα γέλια του για χάρη της σοβαρότητας του κειμένου και της βαρύτητας του ονόματος του συγγραφέα. Με διαβεβαιώνει ότι αυτό είναι παρατηρημένο ακόμα και στην Αγγλία. «Υπάρχουν δύο ειδών Πίντερ: εκείνος που είναι πλασμένος κάπως για το κοινό κι ο πιο αληθινός. Όποτε έπαιζε ο ίδιος στα έργα του ή τα σκηνοθετούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να μη γελάει το κοινό. Γιατί ήξερε τι έκανε. Με το ένα του πόδι πατούσε στην παράδοση τη θεατρική, που ήξερε πολύ καλά, καθώς ήταν χρόνια ηθοποιός σε περιοδεύοντες θιάσους, όπου είχε παίξει τα πάντα. Κι εδώ το κοινό αλληλοεπηρεάζεται. Το βλέπω πολλά βράδια. Αυτοί που είναι πιο ελεύθεροι γελάνε και νιώθουν να καταπιέζονται από τους άλλους, που τους κάνουν να σωπάσουν. Το αιώνιο πρόβλημα! Οι φράσεις, όμως, έχουν ένα υπόβαθρο πολύ ειρωνικό, προξενούν τρομακτικό γέλιο. Πάντως, νιώθω τυχερός που ανέβασα Πίντερ πριν από τον Σαίξπηρ. Ενώ επιφανειακά είναι δύο συγγραφείς εκ διαμέτρου αντίθετοι -ο ένας η μεγάλη γλώσσα κι ο άλλος ο άγλωσσος σχεδόν-, εντούτοις υπάρχει μια τρομακτική σύμπνοια στους δυο τους». Η κουβέντα συνεχίστηκε με τη θεατρική έκρηξη των τελευταίων ετών, την οποία βρίσκει πολύ ενθαρρυντική, έκανε νύξεις γύρω από το παιχνίδι των κριτικών στην Ελλάδα και έκλεισε με την πιθανότητα να ανεβάσει καθαρά πολιτικό έργο σύντομα, καθώς η κατάσταση γίνεται όλο και πιο «πνιγηρή». «Δεν το απορρίπτω καθόλου αυτό το πράγμα. Ακριβώς γιατί, αν το δηλητήριο της πνιγηρότητας σε διαπεράσει, θα κάνεις αυτό που λέει η ψυχή σου να κάνεις».

Δημοσίευση σχολίου