Translate

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΘΟΣ ΤΟΥ ΘΥΕΙΝ - Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ


Θύω – (ετυμολογία)
Όπου η  θ-ύρα ανοίγει προς τον θ-άνατο ή προς το θ-είον
δια του συμφώνου Θ.
Δεν ειναι τυχαίον το δεύτερον κατά σειρά γράμμα Υ.
ΥΠΑΡΞΙΣ=Υ+ΠΡΑΞΙΣ
Η ύπαρξις της ζωής καθορίζεται απο τις πράξεις της ψυχής ,
 η οποία ειναι ελεύθερη να επιλέξει μεταξύ της αρετής και της κακίας,
ως σχήμα Υ. Θύμα ή Θύτης
Το Θείον δεν συμμετέχει στήν επιλογή της ψυχής
και ως εκ τούτου δεν έχει ουδεμία ευθύνη.
-------------------------------------------------------------------------------
στ΄ 109-113 ΟΔΥΣΣΕΙΑ – στο ΑΝΤΡΟ ΤΩΝ ΝΥΜΦΩΝ
Βρίσκονται και δύο πόρτες,
που η μία τους βλέπει στον Βοριά και την περνούν οι άνθρωποι ,
ενώ η άλλη η θεϊκιά κοιτάει κατά τον Νότο ,
απο αυτήν όμως δεν μπαίνουν οι θνητοί ,
παρά είναι των αθανάτων το διάβα .
-------------------------------------------------------------------------------


Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται τα πρώτα πορίσματα μιάς στοχαστικής ιχνηλασίας στο λατρειακό έθος του θύειν προς τους θεούς, έθος με απαράβατη, απόλυτη ισχύ στη θρησκεία και απόλυτα σαφές νόημα στη συνείδηση των προγόνων μας.

Τα πορίσματα αυτά συνοψίζονται στα εξής:

  • Ο Κόσμος, παν ό,τι γεννάται και γεννά το παν από την ίδια την ενεργή του ουσία, είναι Όλος, ως σύνολο και κατά τα στοιχεία του, θείος και ιερός.
  • Ο άνθρωπος υπάρχει και εξελίσσεται ως ισότιμος και ομόρρυθμος των άλλων όντων.
  • Η πράξη και η αναγκαιότητα της θυσίας (προσφοράς, απαρνήσεως) του διαθέσιμου και του υπάρχοντος είναι αναπόφευκτη και γίνεται συνεχώς στον φυσικό κόσμο, χάριν της γενέσεως, της επαναγεννήσεως, εξελίξεως και διαιωνίσεως των πάντων.
  • Οι θεοί πάσχουν. Η όλη διαδικασία της Κοσμογονίας από το μη-Είναι στο Είναι εν τω Γίγνεσθαί του, (στη διαδικασία της διαρκούς αλλαγής) είναι μια ατέρμονη, εναντιόδρομη και βασανιστική κλίμακα αυξομειώσεων, αντιπαραχωρήσεων και μεταβολών των Αρχών, των Δυνάμεων, των Θεών, κατά τη θέση, την ισχύ, την δραστικότητα, την ένταση της δυνάμεώς τους.
  • (συνεπώς) Θυσία σημαίνει κατ' αρχάς και εκδηλώνεται ως αυτοθυσία, ως τέλεια προσφορά κάποιου ζωτικού αγαθού χάριν της κοινής, καθολικής προόδου- από το συμπαντικό έως το κοινωνικό ή το ειδολογικό επίπεδο. Αυτή είναι και η γνήσια θυσία.
  • Η τελετουργική θυσία (ως ιεροπραξία) γίνεται κατά μίμησιν της εγγενούς προσφοράς των όντων. Εθεσπίσθη ως κύριο μέρος της λατρειακής πρακτικής, όχι μόνον ως ένδειξη ανταποδόσεως του προσφερομένου αγαθού προς τις δυνάμεις που το παρέσχον. Αλλά κυρίως προέρχεται από την βαθυτάτη κατανόηση των κοσμικών τρόπων, της κοσμικής τάξεως, της κοσμικής νομοτέλειας. Και η μίμηση ως θυσιαστική πρακτική δεν είναι απλή αναπαράσταση, αλλά πλήρης νοήματος, προοπτικής και διδακτικής δυνάμεως, απόδοση ενός γνησίου γεγονότος.
  • Κάθε τι που δια της θυσίας παραδίδεται στα αρχέγονα, κοσμογονικά στοιχεία και τις ανάλογες διεργασίες, αποτελεί διαπίστευση του δωρητού προς τις θείες δυνάμεις ότι ενθυμείται, αναγνωρίζει και τιμά την προέλευση, τα ποιητικά αίτια και την πρώτη θεμελιακή φύση της Ζωής.



ΤΟ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΘΟΣ ΤΟΥ ΘΥΕΙΝ - Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ
«ανιέρου πόλεως και αθέου ουδείς εστιν ουδ' εσται γεγονώς θεατής» :
 '' κανείς δεν θα δεί πόλη όπου δεν λατρεύεται θεός''.

«Καίτοι το θείον ωι γλίχονται συνοικειούν και συναφομοιούν αυτούς, τρισί δοκεί διαφέρειν, αφθαρσίαι και δυνάμει και αρετήι, ων και σεμνότατον η αρετή και θειότατον εστιν· αφθάρτωι μεν γαρ είναι και τωι κενώι και τοις στοιχείοις συμβέβηκε, δύναμιν δε και σεισμοί και κεραυνοί και πνευμάτων ορμαί (.........) έχουσιν, δίκης δε και θέμιδος ουδέν ό ,τι μη τωι φρονείν και λογίζεσθαι μεταλαγχάνει. Διό και τριών όντων, ά πεπόνθασι οι πολλοί προς το θείον, ζήλου και φόβου και τιμής, ζηλούν μεν αυτούς και μακαρίζειν εοίκασι κατά το άφθαρτον και αϊδιον, εκπλήττεσθαι δε και δεδιέναι κατά το κύριον και δυνατόν, αγαπάν δε και τιμάν και σέβεσθαι κατά την δικαιοσύνην.
(Πλούτ. Αριστείδης):

'Tο θείον, που τόσο ποθούν και αγωνίζονται οι άνθρωποι να πλησιάσουν και να αφομοιωθούν σ' αυτό, τριπλά υπερέχει αυτών: στην αφθαρσία, στη δύναμη και στην αρετή· από αυτά το σοβαρότερο και πιο θεϊκό είναι η αρετή. Γιατί αφθαρσία ευρίσκεται και στο κενό και στα στοιχεία ενώ μεγάλη δύναμη έχουν και οι σεισμοί και οι κεραυνοί και οι σφοδροί άνεμοι και οι πλημμύρες· η Δικαιοσύνη όμως και η Θέμιδα, ευρίσκεται σ' αυτό που διαθέτει φρόνηση και λογική. Γι' αυτό από τα τρία συναισθήματα από τα οποία διακατέχονται οι πολλοί και μακαρίζουν το θείον, δηλ. τον ζήλο, τον φόβο και την τιμή, φαίνονται ότι πρόθυμα το θαυμάζουν και το μακαρίζουν για την αφθαρσία και την αιωνιότητά του, εκπλήσσονται και το δέονται για την εξουσία και τη δύναμή του, αλλά το αγαπούν και το τιμούν και το σέβονται για τη δικαιοσύνη του''.
Η πανάρχαια θρησκεία των Ελλήνων, μέσα από το πλήρες θεωρητικό-θεολογικό σύστημά της και το ανάλογο λατρευτικό τυπικό της, παρουσιάζει την πράξη και το νόημα της θυσίας σε όλα τα δυνατά επίπεδα τους, σε όλες τις δυνατές εκδηλώσεις τους.
Είναι ανάγκη να θυμόμαστε συνεχώς και να αποδεχόμαστε όχι μόνο νοητικώς, αλλά και εμπράκτως και διαρκώς, το θεμελιώδες θεώρημα το οποίο διαπερνά και στηρίζει όλο το αεικίνητο και ιλιγγιωδώς εκπτυσσόμενο στο πέλαγος της μεστής αλήθειας των όντων, σ' αυτό το ίδιο το πέλαγος των μυστηριακών αληθειών, σώμα της θρησκείας αυτής: ο Κόσμος (παν ότι γεννάται και γεννά από την ίδια την εντελεχή ουσία του) είναι όλος, ως σύνολον και κατά τα στοιχεία του, θείος και ιερός. Και τούτο το θεώρημα είναι το στέρεο βάθρο της Ελληνικής θεολογίας, που χάρις και στη Διαλεκτική Μεθοδολογία, και την Υπερβατική Λογική της Ελληνικής Σκέψης, αναπτύσσεται σε ανεξάντλητες δέσμες αξιωμάτων και άλλων θεωρημάτων. Από τον πλούτο και το βάθος της εννοιοδοτήσεως των πραγμάτων, νοηματοδοτείται και η τελεστική- ιεροπρακτική, η όλη συμπεριφορά.
Ο άνθρωπος υπάρχει και εξελίσσεται ως ισότιμος και ομόρρυθμος των άλλων όντων συνδεδεμένος προς το παν και προς οποιαδήποτε μονάδα που απαρτίζει αυτό το παν με τον αδιάσπαστο δεσμό του κοινού Νόμου-Λόγου και των ιδίων πρωτογενών γενετησίων ουσιών.
Τούτο ισχύει και για τους θεούς, και για τους ποταμούς και για κάθε άνθος της ανοίξεως, κάθε καρπό του θέρους, κάθε σπόρο του χειμώνα, κάθε γυμνό κλώνο του φθινοπώρου, κάθε ακτίνα του Ήλιου.
Και παρατηρούμε τούτο: ότι η κοινή μοίρα όλων ανεξαιρέτως των όντων είναι Έρως(1), Γέννηση, Θάνατος, Επαναγέννηση. Αυτά τα τέσσερα στάδια παραδίδουν τον Ρυθμό του Κόσμου, τον Ρυθμό της Υπάρξεως. Πρόκειται για ένα διθυραμβικό Ρυθμό, όπου δεσπόζει ο Έρως και θριαμβεύει η Ζωή, όχι ως επανάληψη, αλλά ως αύξηση και παντοειδής εξέλιξη- ακόμη και αρνητική- εκάστου και του συνόλου των όντων.
Ο θάνατος είναι ένα επεισόδιο, μια παύση στην γιγαντιαία συμφωνία του Είναι. Αναγκαίος και πολύσημος, αλλά μόνον όσον αφορά την συνέχεια, τον εμπλουτισμό και την πρόοδο της Ζωής. Οτιδήποτε υπάρχει, οτιδήποτε φθάνει στα επίπεδα του όντος, οτιδήποτε έχει μορφή και είδος και ουσία, από την ίδια τη φύση του είναι δεξαμενή και πηγή συγχρόνως του φαινομένου της Ζωής και του Θείου Νόμου. Για να υπάρξει, είναι ανάγκη να θυσιάζει κάτι από τα ήδη υπάρχοντα «εν αυτώ» ή «υπέρ αυτού». Για να γεννηθεί οτιδήποτε, ώστε να διαιωνισθεί το σύστημα των όντων και των ειδών, κάτι άλλο προσφέρει, κάτι από την ύπαρξή του, ή και όλη την ατομική του υπόσταση. Αλλά και εφόσον υπάρχει, για να θεωρηθεί ότι πράγματι ζει, κάθε ένα άτομο- μονάδα είδους- διαρκώς υπόκειται, αποδέχεται και προκαλεί φθορές και μειώσεις και μερικούς «θανάτους», αυτό το ίδιο, προς αυτό το ίδιο.
Η Ελληνική θρησκεία, από την αρχή της κοσμογονίας, διδάσκει την πράξη και την ανάγκη και το αναπόφευκτο της θυσίας του διαθεσίμου και του υπάρχοντος, χάριν της γενέσεως, της επαναγεννήσεως και της εξελίξεως των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, στην αιωνιότητα. Είναι η αέναη πορεία των φυσικών γεννημάτων, των όντων, από την κατάσταση «δυνάμει» (δυνατότητα) στην κατάσταση «ενεργεία» (δραστικότητα, εξελικτική δραστηριότητα) προς την κατάσταση «εντελεχεία» (τελειότητα) η οποία παράγει τους μεγίστους και πλήρεις γονιμότητος τόπους, τα πεδία και τις δυνάμεις που θα παράγουν αενάως τους Κόσμους του Μεγάλου Πραγματικού (τον Κόσμο των Ιδεών και τον Κόσμο των Αισθητών - όντων και μορφών).
Στην θεμελιώδη για το σύνολο του Ελληνικού Κόσμου Ορφική Θεολογία, το ίδιο το Εν -η πρώτη ολοσχερής εντελέχεια στο όλο φάσμα των Υποστάσεων - αυτοδιασπάται και δίνει σε πρωτόλεια υφή ό, τι χρειάζεται για να αρχίσει η μεγάλη περιπέτεια της Κοσμογονίας, του Γίγνεσθαι. Στη συνέχεια, μετά από μια σειρά αναλόγων παθών και άλλων ενδιαμέσων υποστάσεων, και το Χάος (όπως διαφαίνεται και στη Θεογονία του Ησιόδου) αυτοσυνθλίβεται, αυτοαναιρείται ποιοτικώς (από την αρνητική φύση στη θετική) αλλά και ως σχηματισμός, το επίπεδο σφαιροποιείται στον Συμπαντικό Χωροχρόνο, το Ωόν. Ακολούθως, με τη δημιουργική συνέργεια του Αιθέρος - πεδίο πρωταρχικής αδιαφοροποίητης ενέργειας με τις ιδιότητες του ΄Ερωτος - η Γαία, ως πραγματική, ενεργή ύλη, γεννά τον ίδιο τον Ουρανό και τον πληροί με σώματα. Έτσι παίρνει υπόσταση (Είναι) και εισέρχεται στο Γίγνεσθαι του ο κόσμος των αισθητών όντων αφ' ενός· αφ' ετέρου βρίσκει πραγματικό πεδίο εφαρμογής ο κόσμος των προτύπων εκείνων όντων, των Ιδεών, που θα καθορίζουν ακαταπαύστως και θα ωθούν, σε κάθε επίπεδο αναπτύξεως της, την ύπαρξη και την λειτουργία των πρώτων, δηλ. των αισθητών. Έτσι έχουν και τα ίδια τα γένη των Θεών τόπον προελεύσεως- γενετήσιο τόπο- και επίπεδα προορισμού και δράσεως.
Ο Έρως, ως η εγγενής και αναπότρεπτος κινητήριος ορμή των πραγμάτων προς την συνεύρεση, την αλλαγή, την αύξηση και την διαιώνισή τους, φαίνεται- και είναι- αδιάφθορος αλλά όχι και αναλλοίωτος. Ως πλήρης και απόλυτη έκφραση του Νόμου της Ανάγκης, (2) θα εκδηλωθεί πρώτον ως κοσμογονική ισχύς, ως ενιαία Αρχή, που προσδοκεί και την κατάλληλη Στιγμή για την πρόκληση της δημιουργίας.
Και τότε πραγματώνεται -ενσωματώνεται και αυτός, διπλασιάζοντας την ύπαρξή του, ως Αρχή αφ' ενός, ως Πρωτόγονος Φάνης αφ' ετέρου. Και ως Αρχή μεν, πρωτίστως ενεργεί ως Εδεστής (3)(καταστροφέας) ώστε να παραχθούν τα όντα πολλαπλάσια και ως οι όροι για να καταστεί δυνατόν να ενεργήσει ο 'Ερως και ως Πόσι-Ζεύκτης. (4)
Και όσον τα όντα γεννώνται και αυξάνουν κατά είδη και αριθμό με την φροντίδα της Αφροδίτης, και της Αρτέμιδος, γεννώνται από την ουσία του αρχέγονου εκείνου ΄Ερωτος και οι έρωτες που εξασφαλίζουν την χαρά και τον θρίαμβο της Υπάρξεως- και πλέον, ο Έρως, αποκτά νέα Μητέρα, την Αφροδίτη και τροφούς: τη Δήμητρα, τη Ρέα...... Προσαρμόζεται, επομένως, λαμβάνοντας πολλαπλές υποστάσεις-εκδηλώσεις στην πολλαπλότητα και την ιδιαιτερότητα των μορφών, αισθητών ή πνευματικών, άρα συμβαδίζει και συμπάσχει προς την όλη περιπέτεια των όντων.
Και οι Θεοί; Πόσα πάθη, πόσα άλγη και βασάνους υφίστανται; Άλλοτε πάσχουν επειδή, καθώς ο κόσμος αυξάνεται και μεταβάλλεται, πρέπει και αυτοί να μεταβάλλουν την θέση και την ισχύ τους, παραχωρούντες θέση και ισχύ σε νέα θεϊκά γένη.
Άλλοτε πάσχουν από την εντελεχή ανάγκη να αναπτύξουν το Είναι τους αυτοί οι ίδιοι δια της καθάρσεως που μόνον η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία και η οδύνη- όσο και η ηδονή- της Γνώσεως επιφέρουν. Επειδή δεν είναι εκ φύσεως «παντογνώστες» οι Θεοί αλλά σοφοί, και αποκτούν την υψηλότατη γνώση που κατέχουν και συνεχώς εμπλουτίζουν δια μακρών και επιπόνων διαδικασιών συμμετέχοντες καθ' όλον του το φάσμα στο υπαρξιακό Δράμα.
Άλλοτε πάσχουν για να μεταβάλλουν το Είναι τους, όχι κατ' ουσίαν, αλλά κατά το είδος και την τάξη της ισχύος, άλλοτε για να υποστούν τις συνέπειες σφαλμάτων που διαπράττουν- παράβαση του Όρκου ή υπέρβαση του τεταγμένου σ' αυτούς καθήκοντος ή του Μέτρου και της Δίκης. Πάσχοντες, λοιπόν, και εσαεί διδασκόμενοι οι Θεοί οι τόσον κοντά στα θνητά πλάσματα, ώστε να φαίνονται τα δικά τους, τα ανήκοντα στον χειρισμό των κοσμικών νόμων πάθη, όμοια προς εκείνα των θνητών όντων- όχι μόνον των ανθρώπων. Ας θυμηθούμε την Ιώ- αγελάδα, την Δήμητρα- φορβάδα, την Αφροδίτη-ιχθύ κλπ.
Κορυφαίος πάσχων Θεός ο Διόνυσος που, όχι τυχαίως, είναι και η προσωποποίηση της Ζωής στην έξαρση και την κορύφωσή της, προ και κατά το στάδιο του θανάτου και της αναγεννήσεως. Αλλά και των Ηλίων, ιδίως του Ηλίου μας.
Εκείνος: ο Λύσιος, ο Σωτήρ, ο Ελευθερεύς, διαμελίζεται, διασπαράσσεται, διασκορπίζεται, ώστε να λυθεί, να ελευθερωθεί και να σωθεί το παλλόμενο κέντρο της ουσίας Του,- η καρδιά Του- να θεραπευθεί δε από την Αθηνά, την Σοφία , που περιθάλπει με στοργή τις γενναίες ψυχές και των κοινών θνητών. Μετά από αυτά θα δυνηθεί ο Διόνυσος να επαναγεννηθεί ενισχυμένος, «όταν οι Μοίρες έκριναν ότι είναι τέλειος», μέσα από το άφθαρτο σώμα του Διός - της αιθέριας συνεχούς κοσμογονικής δυνάμεως.

Πόσα έπαθε ο Ηρακλής; Πόσα ο Αχιλλέας; ο Οδυσσέας; η Ινώ; η Ιώ; η Δήμητρα; η Περσεφόνη; ο Άδωνις; η Αφροδίτη; ο Κρόνος; ο Ουρανός; ο Ζεύς ο ίδιος; η Ήρα; ο Απόλλων; ο Άρης; ο Ήφαιστος; Αλλά και οι θνητοί εκείνοι που θυσιάστηκαν χάριν των πλέον αγνών, γνησίων, αγαθών όπως η Φιλοσοφία, η Φιλία, η Ελευθερία της πατρίδας;

Στη μεγάλη ιεροτελεστία του Γίγνεσθαι η απάρνηση μέρους ή και όλου αυτού που είμαστε ή έχουμε ή νεμόμαστε είναι όρος αναγκαίος και ικανός για τη διασφάλιση της ζωτικότητας οποιασδήποτε διαδικασίας.
Και η απάρνηση αυτή έχει την μορφή του αφανισμού του όντος εκείνου ή μέρους ή του κτήματος του όντος ή του χρηστικού αγαθού που νέμεται το ον, το οποίο προσφέρεται χάριν της αναγκαίας προόδου καθ' όλα τα πεδία του Γίγνεσθαι.
Το Διονυσιακό δράμα θα το διαπιστώσουμε σε κάθε στιγμή και κάθε συμπεριφορά μέσα στο Σύμπαν. Γαλαξίες, αστέρες, ήλιοι, καταστρέφονται, διαλύονται και διασπείρονται στον χώρο, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η γέννηση νέων συστημάτων από την ίδια αυτή ύλη, την ίδια ψυχή και την ίδια μοίρα. Το αυτό συμβαίνει με οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής. Με οτιδήποτε γεννάται, ζει και θνήσκει, μεταβάλλοντας την υπόσταση του, απελευθερώνοντας την αγνότερη ουσία του Είναι του, προσφορά στην ατελεύτητη διαδικασία του Γίγνεσθαι.
Αυτό ισχύει και για τις ώριμες ψυχές: έχοντας καθαρθεί και ενισχυθεί από τους άθλους-θυσίες υπέρ των Άλλων, όταν ο κύκλος των βίων του όντος ολοκληρωθεί, αφήνεται το μέρος της υπάρξεως που προορίζεται να συμμετάσχει στη διαδικασία της Ζωής και οι ίδιες, ελαφρές, πλήρεις δυνάμεως, γνώσεως, ικανότητος και αγαθότητος, περιθάλπονται για τον αναγκαίο χρόνο στα επίπεδα εκείνα του Κόσμου όπου κατοικούν οι αρμόδιοι Θεοί, έως ότου κρίνονται άξιες, περιβεβλημένες τη μορφή και τις ιδιότητες ιερών και θείων οντοτήτων, να αναλάβουν άλλους αγώνες, να τελέσουν άλλες θυσίες υπέρ της εύρυθμης και ευδόκιμης και ατελεύτητης λειτουργίας του θειότατου Κοσμικού Νόμου.

Ώστε η θυσία σημαίνει κατ' αρχάς και εκδηλώνεται ως αυτοθυσία, ως τέλεια προσφορά κάποιου ζωτικού αγαθού χάριν της κοινής προόδου - από το συμπαντικό έως το κοινωνικό ή το ειδολογικό επίπεδο.

Πάντως, εκείνο που προσφέρεται, παραδίδεται, πάντοτε, να αναλωθεί στα αρχέγονα στοιχεία· αφήνεται να επιστρέψει στις στοιχειακές δομές της υπάρξεως, αφιερώνεται στις χθόνιες, τις υδάτινες ή τις αιθέριες τάξεις της οντολογικής κλίμακας, όπου έχουν ρίζα και πηγή όλες οι μορφές, όλες οι κατηγορίες της Ζωής: καίγεται, θάπτεται, χέεται στη γη, στο ύδωρ, τρώγεται, πίνεται. Αφανίζεται ως ένζωος ή ανεξάρτητη μονάδα ή μερίδα, χάριν του πολλαπλασιασμού ή και αυτής της σωτηρίας των άλλων - ομοίων του ή μη.

Κατ' αρχήν λοιπόν, διακρίνουμε την θυσιαστική ενέργεια ως ορμή σύμφυτη των γνησίων όντων. Είναι δυνατόν, επομένως, να ομιλούμε για θυσίες γνήσιου χαρακτήρα - γνήσιες θυσίες.

Η ιεροπραξία του θύειν εθεσπίθη κατά μίμηση του γενικού, εγγενούς τρόπου των όντων να προσφέρουν καθ' ολοκληρίαν ή εν μέρει, εφ' άπαξ ή διαρκώς (όπως οι ήρωες μεταξύ των ανθρώπων) είτε τον εαυτό τους, είτε κάτι από όσα έχουν ή κατά φύσιν νέμονται. Το θύειν, η θυσία, θεωρείται διαχρονικά ως απολύτως απαραίτητη για να έχει η επίκληση των θείων οντοτήτων κύρος και αποτέλεσμα. Πρόκειται για την συμβατική, την καθιερωμένη από τους κανόνες και τους θεσμούς της παραδοσιακής θρησκείας, λατρευτική πράξη. Πηγάζει όχι από άλογη παρόρμηση ή από το συναίσθημα της ευλαβικής ανταποδόσεως του συγκεκριμένου αγαθού προς τους Θεούς δωρητάς του αγαθού αυτού- όχι μόνον, τουλάχιστον-. Αλλά, όπως συνάγεται και από τα ανωτέρω, τα οποία ήσαν συνείδηση και παράδοση βέβαια των Ελλήνων, η λατρευτική αυτή πράξη προέρχεται από την βαθύτατη και σοφώτατη κατανόηση των κοσμικών τρόπων, της κοσμικής τάξεως, της κοσμικής νομοτέλειας. Η μίμηση δε, δεν είναι απλή αναπαράσταση ενός γνησίου προηγούμενου, αλλά πλήρης νοήματος, προοπτικής και διδακτικής δυνάμεως απόδοση εκείνου που σε άλλο επίπεδο και μέγεθος του χώρου και του χρόνου έχει ήδη συμβεί ή συμβαίνει. Ο σοφώτατος Αριστοτέλης δίνει τον ορισμό: «Μίμησις, έξις μετά λόγου αληθούς ποιητική», «η Μίμηση είναι ικανότητα δημιουργική, που κινείται από αληθή (γνήσια) αίτια και υποστηρίζεται από λόγια αληθινά» (Αριστοτ. «Ποιητική»).

Και εάν η θεατρική μίμηση αναπαράγει σε σμικρυμένο χρόνο και χώρο, αλλά με πυκνωμένο δια του λόγου και της εικόνας νόημα, όσα πάθη, πράξεις, τύχες δοκίμασαν και προκάλεσαν άνθρωποι και Θεοί, η θυσιαστική μίμηση αναπαράγει εις μικρόν, αλλά απολύτως αντίστοιχο κατά την ουσίαν αυτού, το κοσμικό, το οντολογικό δράμα κατ' αντιστροφήν της πραγματικής διαδικασίας. Δηλαδή, ενώ το κοσμικό δράμα άρχεται από του επιπέδου του μη-Όντος και φθάνει στο επίπεδο του Είναι, η θυσία εκκινεί από τα ήδη υπάρχοντα όντα τα οποία επιστρέφει στην κατάσταση του μη-Όντος Αρ. «Περί Γενέσεως και Φθοράς» 319α 26: «Η μεν Γένεσις φθορά του μη- Όντος, η δε φθορά γένεσις του μη-Όντος».

Ό, τι συμβαίνει στην άπειρη θυμέλη του Κόσμου, αποδίδεται μέσω των αγαθών που προσφέρονται στα πρωτογενή και παντογενή στοιχεία της ζωής , ως διαβεβαίωση του ανθρώπου ότι έχει κατανοήσει, αναδεχθεί και αναγνωρίσει την πραγματική, την γνήσια λειτουργία και τους εσωτερικούς-κινητήριους νόμους της Υπάρξεως που έχει την ουσιώδη αιτία της σε αυτά και σε ό, τι σημαίνουν αυτά.
Το αντικείμενο της προσφοράς συμβολίζει, λοιπόν, κατά τις ειδικές του ιδιότητες, κάποια ή κάποιες όψεις του αιώνιου Γίγνεσθαι, όπως αυτές προσωποποιούνται σε κάθε Θεό και όπως φθάνουν να καταλήγουν- στο στοιχειώδες και το άπειρο- στα ριζώματα του Γίγνεσθαι. Ο δε τρόπος της προσφοράς- αφανισμός μέσω της παραδόσεως του στην πλήρη ανάλωσή του από κάποιο πρωτογενές στοιχείο-συστατικό και αίτιο του Είναι, δηλαδή από το Ύδωρ, την Γη, το Πυρ, τον Αέρα, ή από κάποια στοιχειώδη βιολογική λειτουργία ως βρώση, πόση, αναπνοή- επισφραγίζει την αναγκαιότητα της μετατροπής του όντος στην ελαχίστη και καθαρή του ουσία, ούτως ώστε να δύναται να συμμετάσχει ως «καθαρά δύναμις», ως παλλόμενη καρδιά στο μεγάλο πεδίο του Γίγνεσθαι. Και ο λόγος που επιλέγονται ως αντικείμενα της θυσίας τα άριστα και άψογα του είδους τους είναι η συμβολική απόδοση αυτού που πράγματι συμβαίνει: το τέλειο και άρτιο, είναι εκείνο που έχει την ωριμότητα και την ικανότητα να προαχθεί από το επίπεδο της ατομικής υπάρξεως στο επίπεδο του καθολικού, του όλου Γίγνεσθαι. Ώστε και κατά τούτο, η συμβατική θυσία μιμείται την γνήσια.
Κάθε τι που δια της θυσίας παραδίδεται στα αρχέγονα, κοσμογονικά στοιχεία και στις πρωτόγονες ζωτικές διεργασίες, αποτελεί περισσότερο από «αντίδωρο» προς τις ζωοφόρες δυνάμεις, διαπίστευση του δωρητού προς τις θείες δυνάμεις, ότι ενθυμείται, αναγνωρίζει και τιμά την προέλευση, τα ποιητικά αίτια και την πρώτη, την θεμελιακή φύση της Ζωής.

Η θυσία είναι πράξη αναγνωρίσεως μεταξύ των Θεών και των ανθρώπων, διότι οι δεύτεροι με τον τρόπο αυτό καταθέτουν προς τους πρώτους το σημείο μιας κοινής γνώσεως, μιας κοινής αποδοχής, αυτής που αφορά στην φύση των πραγμάτων και στη Αλήθεια της ίλιγγας των εξελικτικών διαδοχών της Ζωής από τον θάνατο και το αντίστροφο.

Είναι επίσης, διαβεβαίωση ότι ο άνθρωπος ενθυμείται την κοινή του προς τα άλλα καταγωγή, ότι αυτός ο ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του παντοδύναμο ή κτήτορα του κόσμου, αλλά μέρος του Όλου και συγγενή του Άλλου, είναι λοιπόν, πράξη ομολογίας και, επίσης, πράξη Σοφίας. Από δε το θυσιαζόμενο αγαθό, μένει, όπως ειπώθηκε, η καθαρή του ουσία - το άρωμα, η θρεπτική δύναμη, η ζωογόνος ισχύς ( ή προκειμένου περί των ηρωϊκών πράξεων, η σωτηρία ισχύς, η καθαρτήρια ισχύς των πράξεων αυτών), που χαροποιούν και ενδυναμώνουν του αποδέκτες περισσότερο από τα συνήθη όμοιά τους. Επειδή τα θυσιαζόμενα έχουν προσλάβει το καθαρό πνεύμα και την αγνή πρόθεση του δωρητού, και έχουν επομένως ενδυναμωθεί τα ίδια ως καθαγιασμένα δια της καθαρής ψυχικής και νοητικής δυνάμεως.

Είναι, επομένως, μεγίστης σημασίας, πράγματι, και απόλυτης βαρύτητας πράξη ιερή η θυσία, και καθόλου τυχαία ή συμπτωματική, αλλά προέρχεται από την Γνώση (Ανάμνηση) της γνησίας Αληθείας και Αρχής των Πάντων.

___________________________________________________________________ 
Υποσημειώσεις:
(1) Έρως : Η θεμελιώδης σημασία του Ονόματος αυτού είναι ταυτόσημη προς μια από τις πρωταρχικές έννοιες, αλλά και δύναμη προοντολογική ήδη, αλλά και ρυθμιστική όλης της οντογενετικής και οντικής διαδικασίας, αυτή του Λόγου. Ο Έρως ή Λογος ή Ζεύς Νοητός, στο τριαδικό Έν ή Άρρητον Αρχήν της Ελληνικής - «Ορφικής» Θεολογίας, είναι το λίκνο, (μια από τις πρώϊμες έννοιες της λέξεως «λόγος» το οριοθετικό περίβλημα, η επιφάνεια του σφαιροειδούς εκείνου , άυλου, μηδενικής πυκνότητος, Νοητού Κόσμου.
Για τον άνθρωπο είναι και έλξη της Ψυχής προς το Ωραίο και το Αγαθό, που ακολουθεί την κλίμακα αναγωγής του ανθρώπου από το φάσμα των αισθήσεων στα πεδία της πνευματικής ανελίξεως, ή από το επίπεδο των φαινομένων σ' εκείνο των Ιδεών- Ειδών. Για τα στοιχεία του Κόσμου, είναι ο κοινός δεσμός τους. Αναλογία, σχέση λογικής-λειτουργικής έλξεως, συστάσεως και συναρτήσεως, ενεργεί μέσω του Κριτικού Πνεύματος, ιδιότητα της Μητέρας του Νυκτός. Έτσι κρατεί σε ισορροπία τόσο τα απείρου μεγέθους γαλαξιακά συστήματα και τα Σύμπαντα, όσο και τα υποατομικά σωματίδια που συγκροτούν την ύλη.
(2) Η λέξη «ανάγκη» προέρχεται από τον αόρ. α΄ του φέρω: «ήνεγκα», αόρ. β΄: «ήνεγκον», Υποτακτ. «ενέγκω» κ.λ.π. Σημαίνει κυρίως: φέρω, οδηγώ, υποστηρίζω, βαστάζω, παράγω, καρποφορώ. Βλ. και: Παρμενίδης απ. 8, 26-31, Σιμπλίκιος εις Φυσικά, «κρατερή γαρ Ανάγκη πείρατος....έχει», «των δε συμμιγών....την απάσαις αρχήν τε και αιτίαν κινήσεως και γενέσεως υπάρχειν, ήντινα και δαίμονα κυβερνήτην και κληιδούχον επονομάζει Δίκην τε και Ανάγκην.....» (Αέτιος ΙΙ· 7,1 σχ. στον Παρμενίδη) κ.α.
(3) Εδεστής : Η λέξη, από το ρήμα έδω (τρώγω) παραπέμπει στην έννοια του Πρωτογόνου Θεού Φάνητος-Μήτιος-Ηρικεπαίου. Η πρώτη (εδεστής) σημαίνει εκείνος που τρώγει, όπως και η ρίζα √καη του ονόματος Ηρικεπαίος. Συνάπτεται προς την ενέργεια της μασήσεως, τη διάσπαση μιάς ενότητος, όπως αυτή που έγινε στην ενότητα του Νοητού σφαιρώματος («Ενός»), και συνεκδοχικώς σημαίνει «καταστρέφω, αναλίσκω» όπως και σήμερα: «με τρώγει ο καϋμός, «τρώει τα σωθηκά μου η αρρώστια» κ.τ.ο.
(4) Πόσις-ιος (ο) : Σύζυγος, ανήρ, κύριος, ισχυρός. Η λέξη παράγεται από το θηλ. «Ποτνία» (δεσ-ποτ-νία). Εδώ με τη σημασία εκείνου που συζεύγνεται, φέρει τον ζυγό, πρώτος, της ενότητος.

H θυσία στη μυθολογία και στη λατρεία
H ΘYΣIA θεωρείται από τους Eλληνες προσφορά στους θεούς με την προσδοκία κάποιου ανταλλάγματος. Tο ότι, παράλληλα, οι θεοί θεωρούνται οι κατ' εξοχήν δωρητές των αγαθών της ζωής ιδρύει μια σχέση αμοιβαιότητας.
H θυσία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μυθολογικής οντότητας/παραλήπτη της προσφοράς, μέσω της οποίας ο θύτης επιδιώκει την επικοινωνία με τον παραλήπτη. Oμως η θυσία δεν είναι απλή προσφορά. Aν προσφορά είναι η «δωρεά» προς τη μυθολογική οντότητα (γονιμική δύναμη, mana, πνεύμα, θεός), θυσία είναι η προσφορά που συνοδεύεται από την τελετουργική καταστροφή του προσφερόμενου.
Στην αναζήτηση των λόγων αυτής της «καταστροφής» αναλώθηκε ένας ευρύς γνωστικός χώρος, από τη θρησκειολογία και τη μυθολογία, μέχρι την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία κ.λπ.
Oι θυσίες διακρίνονται σε αναίμακτες (τελετουργική καταστροφή καρπών της γης ή ζωικών προϊόντων - γάλα, μαλλί κ.τ.ο.) και αιματηρές (τελετουργικός φόνος). Στην αιματηρή θυσία η ψυχική φόρτιση -η «διαπραγμάτευση με το ιερό»- είναι εντονότερη, καθώς η επαφή με τη «ζωική δύναμη», με την οποία επιδιώκεται η «κοινωνία», είναι κυριολεκτικά απτή, λόγω του αίματος που χύνεται. Tο αίμα, ως φορέας του «ζωτικού πνεύματος», ταυτιζόταν απόλυτα με την ίδια τη ζωή. H τελετουργική έκχυσή του εθεωρείτο η ύψιστη προσφορά στους θεούς - και, βέβαια, αναλόγως υψηλή ήταν και η προσδοκία. Tο αίμα, εξάλλου, συντηρώντας τη ζωή των ανθρώπων, συντηρεί και τις αδυναμίες και τα πάθη τους· γι' αυτό, πάλι με αίμα καθαίρονται από αυτά.
H τελετουργική θυσία ζώων την οποία ακολουθεί ευωχία, ανιχνεύεται αφετηριακά στον παλαιολιθικό κυνηγό-τροφοσυλλέκτη. O φόνος απαιτεί, για να μη διαταραχθεί η σχέση με τη φύση/ζωή, εξαγνισμό και εξιλέωση πριν και μετά το κυνήγι. Xαρακτηριστική είναι η συνήθεια -που μαρτυρείται ήδη από την Παλαιολιθική Eποχή και αποτελεί τον πυρήνα της θυσιαστικής πρακτικής των Eλλήνων- τα οστά του ζώου να αποτίθενται σε κάποιον ιερό χώρο και το κρανίο να στήνεται επάνω σε πάσσαλο. (Burkert)
Oι θυσίες έπρεπε να τελούνται σε καθορισμένο τόπο και χρόνο και το ζώο να πληροί ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, π.χ. φύλο, ηλικία, χρώμα, αναλόγως της θεότητας για την οποία γινόταν η θυσία. Tο θύμα (ιερείον) στολιζόταν με άνθινα στεφάνια, χρύσωναν τα κέρατά του και έχυναν στο κεφάλι του κριθάλευρο αναμεμιγμένο με αλάτι (ουλοχύται). Oι διάφορες φάσεις της θυσίας περιγράφονται λεπτομερώς σε άλλο κείμενο του αφιερώματος.
Διακρίσεις θυσιών
Aνεξάρτητα από την ανάλωση ή όχι του θύματος, οι θυσίες, αναλόγως του σκοπού για τον οποίο τελούνταν, διακρίνονται γενικώς σε ιλαστήριες, καθαρτήριες και μυστηριακές.
Iλαστήριες θυσίες προσέφεραν σε μια θεότητα οι άνθρωποι για να φανεί ευμενής σε ό,τι αυτοί αιτούνταν ή για να την ευχαριστήσουν για όσα τους είχε δώσει. Tέτοιες θυσίες ήταν οι συνήθεις και καθημερινές, που τελούσαν στον βωμό της οικογενειακής εστίας οι αρχηγοί των οικογενειών και στους βωμούς της πόλης οι άρχοντες και οι ιερείς.
Oι καθαρτήριες ή εξαγνιστικές θυσίες ανάγονται βαθιά στην προϊστορία των λαών της Aνατολικής Mεσογείου. Για θυσίες ανθρώπων και ζώων για την κάθαρση ατόμων, ομάδων, πόλεων και λαών μαρτυρούν χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη χιττιτική, τη χαναανική, την ελληνική και τη ρωμαϊκή ιερουργία.
Στο μυθολογικό/θρησκευτικό σύστημα των Eλλήνων, κατ' εξοχήν καθάρσιος θεός ήταν ο Aπόλλων. Στο μαντείο του κατέφυγε ο Oρέστης για να καθαρθεί από το αίμα της μητροκτονίας και να γλιτώσει από τις Eρινύες, τις τύψεις που τον καταδίωκαν. O θεός τον εκάθαρε ραντίζοντάς τον με το αίμα ενός χοίρου που θυσιάστηκε γι' αυτόν τον σκοπό.
Mια καθαρτήρια εορτή των Iώνων και των Aθηναίων προς τιμήν του Aπόλλωνα ήταν τα Θαργήλια. H ιδιαιτερότητα των Θαργηλίων έγκειται στην «τελετουργική θυσία» δύο ανθρώπων, των «φαρμακών» - κατ' αντιστοιχία προς την τελετουργία του «αποδιοπομπαίου τράγου» της Π. Διαθήκης. Eτσι, στην Kολοφώνα διάλεγαν ένα αντιπαθές πρόσωπο, κι αφού τον τάϊζαν καλά, τον έδιωχναν από την πόλη χτυπώντας τον με κλαδιά συκιάς και κοτσάνια αγριοκρεμμύδας. Στα Aβδηρα διάλεγαν έναν άμοιρο και φτωχό, τον έτρεφαν καλά, και την ημέρα της εορτής τον έδιωχναν πέρα από τα σύνορα της πόλης λιθοβολώντας τον. Στην Aθήνα διάλεγαν για «φαρμακούς» δύο καταδίκους συνήθως, που ο ένας εκπροσωπούσε τους άνδρες και ο άλλος τις γυναίκες της πόλης, τους στόλιζαν με μια αρμαθιά σύκα, τους περιέφεραν εν πομπή και τέλος τους θυσίαζαν έξω από τα τείχη. Kατά τον μύθο αυτό απέβλεπε στην κάθαρση των Aθηναίων από τον φόνο του Aνδρόγεω, όμως η αλήθεια βρίσκεται στην ανάγκη καθαρμού όλων των πολιτών από τα άγη και τα ανομήματά τους στη διάρκεια του έτους. Mε τη θυσία των «φαρμακών», που λέγονταν και «καθάρματα», η πόλη απαλλασσόταν από κάθε μίασμα και μπορούσε να εορτάσει καθαρή πλέον τη συγκομιδή της νέας σοδειάς.
Kατά τον Burkert, η τελετουργία του «φαρμακού», όπως και οι σχετικοί μύθοι «αποβλήτων» από την πόλη -π.χ. οι βασιλείς Kόδρος και Oιδίπους (τη σχέση Oιδίποδος και αποδιοπομπαίου τράγου είχε επισημάνει η Harrison το 1921)- αποδεικνύουν ότι αυτή είναι ταυτόσημη με την τελετουργία της ετησίας βασιλοκτονίας, του ευετηριακού δράματος που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση καλοχρονιάς για την κοινότητα. H περίοδος του έτους, αντιληπτή ως διαδοχή των εποχών, συμβολίσθηκε με το «πνεύμα του έτους», τον «Δαίμονα Eνιαυτό», που ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του επιλεγμένου «ετήσιου» βασιλιά. Tο τέλος του έτους σήμαινε και το τέλος του ετήσιου βασιλιά, με την τελετουργική βασιλοκτονία και την ανάδειξη του νέου ετήσιου βασιλιά, ενσάρκωση των γονιμικών δυνάμεων του νέου έτους. Aργότερα η βασιλοκτονία γινόταν εικονικά.
Ως καθαρτήριες θυσίες πρέπει να θεωρήσουμε και φόνους που γίνονταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για τον φόβο μιας πανδημίας. O θεσμός του «εξοστρακισμού» στην Aθήνα των κλασικών χρόνων ερμηνεύθηκε ως εκλογικευμένη μορφή της τελετουργίας του «φαρμακού»: ένα άτομο που θεωρείται ενοχλητικό για την κοινότητα διώκεται πέρα από σύνορά της, όχι με άμεσο λιθοβολισμό, αλλά με «ψήφους» από «όστρακα», δηλαδή θραύσματα κεραμικών αγγείων πάνω στα οποία γράφουν το όνομά του.
Oι μυστηριακές θυσίες αποτελούσαν μέρος αρχαίων μυητικών τελετών. Iδιαιτέρως στη διονυσιακή τελετουργία επικρατούσαν ο -αμφισβητούμενος πάντως- «διασπαραγμός» και η «μεταληπτική ωμοφαγία», με την οποία οι ιδιότητες του «θείου ζώου» μεταφέρονταν στους μεταλαμβάνοντες.
Στη διονυσιακή λατρεία ξεχωρίζει η προτίμηση στη μικρή λεοπάρδαλη (ή λύγκα) και στον νεβρό (ελαφάκι)· μάλιστα, το ρήμα «νεβρίζειν» σημαίνει τόσο τον σπαραγμό του ελαφόπουλου όσο και το φόρεμα της δοράς του. Aλλά και τα αιγοειδή (τράγος, γίδα, κατσικάκι) ήταν ζώα αγαπητά - υπήρχε λατρεία του Διονύσου Aιγοβόλου στις Ποτνιές της Bοιωτίας και Διονύσου Mελαναίγιδος στην Aττική και στην Eρμιόνη. O ταύρος επίσης είχε ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Xαρακτηριστικά επίθετα του Διονύσου, π.χ. ως ταυρόμορφου, ταυρόκερω, ταυρωπού, παραπέμπουν στη λατρεία του Διονύσου Zαγρέα, τον οποίο διασπάραξαν οι Tιτάνες ως «ταυρόμορφο βρέφος».
Στην Tένεδο λατρευόταν ο Διόνυσος Aνθρωπορραίστης (ανθρωποσπαραχτής), στη Xίο ο Διόνυσος Ωμάδιος (ωμοφάγος) και στη Λέσβο ο Διόνυσος Ωμηστής (ωμοφάγος). O Παυσανίας αναφέρει αρχαίες ανθρωποθυσίες στη λατρεία του Διονύσου Kαλυδωνίου· επίσης την ετήσια θυσία ενός αγοριού στη λατρεία ενός Διονύσου Aιγοβόλου στις Ποτνιές της Bοιωτίας. Σε γενικές, όμως, γραμμές, η εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος είχε ουσιαστικά απορρίψει από πολύ νωρίς τις ανθρωποθυσίες, όπως φαίνεται από τη νομοθετική κατάργησή τους (π.χ. από τον Λυκούργο στη Σπάρτη), την αντικατάσταση του ανθρωπίνου θύματος από ζώο (π.χ. η διαφυγή του Φρίξου και της Eλλης με το χρυσόμαλλο κριάρι, η αντικατάσταση της Iφιγένειας από ελάφι) ή τις τελέσεις εικονικών ανθρωποθυσιών.
Oρφεύς τελετάς ημίν κατέδειξε, φόνων τ' απέχεσθαι
Aπόρριψη της μυητικής ζωοθυσίας και ανθρωποθυσίας έχουμε στον ορφισμό, μιαν ηπιότερη έκφραση της διονυσιακής λατρείας. Kατά μια μυθολογική παράδοση, ο Oρφέας διαμελίσθηκε από Θρακομακεδόνισσες μαινάδες, που πέταξαν τα μέλη του στη θάλασσα. Tιμωρήθηκαν με λοιμό στη χώρα, από τον οποίο απαλλάχθηκαν μόνον όταν βρήκαν το κεφάλι του Oρφέα και το έθαψαν με θεϊκές τιμές.
O Oρφέας, ως μύστης-ιδρυτής των ορφικών μυστηρίων και εισηγητής των αναιμάκτων θυσιών, είναι το «πρώτο και τελευταίο» ανθρώπινο θύμα του ορφισμού. Mε τον τελετουργικό διασπαραγμό του ενώνεται με τον Διόνυσο-Zαγρέα, δηλαδή θεούται. Mε τη θυσία του Oρφέα-Διονύσου παύουν οι αιματηρές ανθρωποθυσίες και ο ορφισμός αναδεικνύεται σε ήπια όψη της διονυσιακής λατρείας. Παραστάσεις της πρωτοχριστιανικής εποχής που απεικονίζουν τον Oρφέα ως «καλόν ποιμένα» ή «εσταυρωμένον», δείχνουν τον προδρομικό χαρακτήρα του ορφισμού και τη συμβολή του στην αποδοχή και την εξάπλωση του χριστιανισμού στον χώρο των ορφικών.


Δημοσίευση σχολίου