Translate

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


H μεταφυσική ζωγραφική του Τζόρτζιο ντε Κίρικο και η σουρεαλιστική του Νίκου Εγγονόπουλου σ’ έναν ενδιαφέροντα εικαστικό διάλογο Aν κι οι Υπερρεαλιστές τον αισθάνονταν δικό τους εξ αιτίας του ταλέντου του να εκφράζει το υποσυνείδητο, το ενδιαφέρον του για την ιστορία και την αρχαιολογία τον οδηγησε σ' άλλους δρόμους. Eπέλεξε ένα ρεαλιστικότερο τρόπο απεικόνισης, νεο-μπαροκικό .
Δύο κορυφαίοι ζωγράφοι, ο «πατέρας» της μεταφυσικής ζωγραφικής Τζόρτζιο ντε Κίρικο και ο σουρεαλιστής, ο μεγάλος του υπερρεαλισμού Νίκος Εγγονόπουλος.
«Ο διάλογος της συμπαράθεσής τους  δεν αφορά μόνον τα πρότυπα με τα οποία εικαστικά οι ζωγράφοι αυτοί συνομιλούν, αλλά επεκτείνεται, φανερώνοντας συγκλίσεις και αποκλίσεις που επιπλέον διακρίνονται μεταξύ τους, όπως ο αινιγματικός χώρος, ο ρόλος του τυχαίου, ο χρόνος, αλλά και ο ρόλος του υποσυνειδήτου, στοιχεία που παίζουν καθοριστικό ρόλο στο ύφος και τη γραφή της εικαστικής τους γλώσσας», όπως θα σημειώσει η ιστορικός Τέχνης και επιμελήτρια της έκθεσης, Αθηνά Σχινά.


Ο Ντε Κίρικο

Οξυδερκής, προφητικός και ανατρεπτικός, με το αινιγματικό του σύμπαν, ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, όρισε μια άλλη πραγματικότητα. Γεννημένος στο Βόλο το 1888. Γόνος ιταλικής οικογένειας της διασποράς με ενδιαφέρον από πολύ νωρίς για τη ζωγραφική και το σχέδιο, μπαίνει ως σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του ήταν η αφορμή να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στο Μόναχο και το 1906 εγγράφεται στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών. Από 'κει αρχίζει να ξετυλίγεται η έντονη παρουσία του στο κίνημα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Η παρουσία του εκεί του ανοίγει νέους ορίζοντες, γνωρίζει σημαντικούς καλλιτέχνες και δέχεται έντονα την επιρροή του κεντροευρωπαϊκού συμβολισμού. Στα 1909-1919 η εξέλιξη της τέχνης φτάνει στο απόγειό της όταν φιλοτεχνεί τους πίνακες που είναι γνωστοί με τον όρο «Μεταφυσική Ζωγραφική», χαρίζοντάς του τη μεγαλύτερη αίγλη και φήμη. Με τον καιρό τ’ όνομα του ντε Κίρικο και η έκφραση «δάσκαλος της μεταφυσικής τέχνης» έγιναν συνώνυμα. Κι όπως θα γραφτεί «η μεταφυσική ζωγραφική του θα γίνει ένας από τους φάρους που θα φωτίσουν τη γέννηση του σουρεαλισμού στο Παρίσι κατά τη δεκαετία του 1920». Στα 1924 μετακομίζει στη γαλλική πρωτεύουσα, χρονιά της ίδρυσης της ομάδας και θα συνδεθεί για κάποιο διάστημα με τους Μπρετόν και Αραγκόν. Ο κόσμος του είναι μαγικός, ονειρικός, με έρημες πόλεις και προοπτικές που μοιάζουν βγαλμένες από αναγεννησιακή διατριβή, με πλατείες κενές, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει κι από τις οποίες δεν περνά τίποτ’ άλλο εκτός από κάποια παράξενα ανδρείκελα χωρίς πρόσωπο, απανθρωποποιημένα, όπως και οι πόλεις, όλα αυτά ασκούν ιδιαίτερη έλξη στους σουρεαλιστές.


Πεδίο ενός ατέρμονα στοχασμού

Η ΕΞΕΛΙΞΗ του έργου του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ωστόσο, είναι συνδεδεμένη με την επαφή που διατηρούσε με την αρχαιότητα και την κλασική ιταλική τέχνη, καθώς και με την πνευματική και φιλοσοφική διάστασή τους.
Η ζωγραφική του αντικατοπτρίζει το εσωτερικό του ανθρώπινου νου, μια πραγματικότητα που υπάρχει αλλά δεν μπορούν να τη συλλάβουν οι αισθήσεις μας. Πρόκειται για έναν μυστηριώδη κόσμο, γεμάτο αινίγματα και αντικείμενα που μοιάζει να περιφέρονται και να συνδέονται μεταξύ τους με παράξενο τρόπο, σε μια προσπάθεια να διευκρινιστεί η ψυχολογική τους σημασία. Με το μυστήριο και το όνειρο να συγκροτούν κλειδιά της σημειολογίας του και του μεταφυσικού του συμβολισμού. Την τέχνη, γενικότερα την αντιμετώπιζε ως μορφή καινοτόμων εμπειριών, ως πεδίο ενός ατέρμονα στοχασμού με θέσεις και συγκρούσεις.


Εγγονόπουλος, ο ποιητής και ζωγράφος

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ και ποίηση, οι δύο από τις τέχνες που υπηρέτησε ο Νίκος Εγγονόπουλος με συνέπεια σ’ όλη του τη ζωή. Γεννημένος στην Αθήνα στα 1907, η οικογένειά του στα 1914 εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη. Εσωτερικός σε Λύκειο στο Παρίσι, επιστρέφει στην Αθήνα και τελειώνει το σχολείο στου Ψυρρή. Μπαίνει στη Σχολή καλών Τεχνών και μαθητεύει δίπλα στον Παρθένη και Κόντογλου. Γρήγορα προσχωρεί στον υπερρεαλισμό κι όπως συνήθιζε να λέει: «Στον υπερρεαλισμό τον είχα μέσα μου, όπως είχα μέσα μου το πάθος της ζωγραφικής από την εποχή που γεννήθηκα». Συνυπάρχοντας στο όλο έργο του πάντα, το πραγματικό στοιχείο με το ποιητικό και τ’ ονειρικό. Πολύτιμο υλικό και απάνθισμα στοχασμών για το σύγχρονο άνθρωπο. «Δεν γράφω, ζω. Τα ποιήματα γράφονται με τη ζωή μας. Η τέχνη είναι συνδυασμός ελάχιστων στοιχείων και η ζωή είναι αγάπη και ελευθερία. Ο ορθολογισμός δεν βοηθάει σε τίποτα. Η ζωή είναι ασυνάρτητη. Αυτή είναι η πραγματικότητα που δεν καταλαβαίνουν οι ορθολογιστές. Τη βαθιά αντίληψη της ζωής τη βλέπουμε στο μειδίαμα των κούρων, το γεμάτο μειλίχια, λεπτή ειρωνεία». Με αυτή τη βαθιά αντίληψη έφτιαξε ένα έργο ασύλληπτης τόλμης. Ένα έργο παρέμβαση στην εποχή του, διαμορφώνοντας μια «ποιητική στάση ζωής». Γεμάτο από το πνεύμα της υπερρεαλιστικής ανατροπής και της παρωδίας, του μαύρου χιούμορ. Με τον άνθρωπο να έχει το μεγαλύτερο ρόλο. Ο άνθρωπος για τον ίδιο είναι το θέμα του Ελληνισμού. Τέχνη στραμμένη στον άνθρωπο θεωρούσε την αρχαία ελληνική και τη βυζαντινή. Την τέχνη την υπηρετούσε με το αίμα της καρδιάς και γνώριζε πολύ καλά πως, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή είναι απαραίτητη η μαθητεία. Έζησε μια ζωή μυστική και απόμακρη, αδιαφορώντας για τη δημοσιότητα. «Ο καλλιτέχνης πρέπει να ανυψωθεί, αλλά ο άνθρωπος πρέπει να μένει στη σκιά», έλεγε. «Για τον άνθρωπο δημιουργούμε... Για να δώσουμε διέξοδο από τη μοναξιά του. Δύναμη να καταργήσει τη μόνωσή του. Επικοινωνία. Αυτό είναι ό,τι προφέρει η τέχνη...». Ζωγράφος ένιωθε πάντοτε. Η ποίηση ήταν για τις πιο δύσκολες στιγμές, ομολογούσε. Τα έργα του γεμάτα χρώμα. «Είμαι υπέρ της ζωής. Γιατί το χρώμα είναι η αγάπη προς τη ζωή και, μάλιστα, στην πιο λυρική της εκδήλωση». Τη ζωγραφική την αποκαλούσε: «Λυρική σύνθεσις χρωματικών κηλίδων επί επιπέδου επιφανείας». Πρόσωπα απροσδιόριστα τοποθετημένα σε χώρους γνώριμους. Μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια ονειρική, θεατρική παράσταση. Πίνακες χωρίς κεφάλια. Λάτρευε το ελληνικό φως «αυτή τη σπατάλη φύσεως και ήλιου» και την ανθρωπιά που υπάρχει στο Ρωμιό από τους αρχαίους μέχρι το εικοσιένα. Αισθανόταν, όμως, βαθιά την παγκοσμιοποίηση των ανθρώπινων: «Τα χρόνια μας διδάσκουν πως όσο μια τέχνη είναι πιο προσωπική, τόσο κι έχει μια πανανθρώπινη αξία». Δάσκαλος ενός νέου ανθρωπισμού, δημιουργός κι ερμηνευτής της βαθύτερης ανθρώπινης αλήθειας του κόσμου, του ασυνείδητου, ζητούσε «να βιώσουμε αλλιώς τη φαντασία μας». Δάσκαλος της ετερότητας της φοβερής συνύπαρξης του Εαυτού και του Άλλου.



Δημοσίευση σχολίου