Translate

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ Ο LE CORBUSIER


Οι Ελληνες αρχιτέκτονες ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΡΗΣ ,ΠΙΚΙΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΞΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ μαζί με τον LE CORBUSIER  ανατρέπουν την θεωρία του Αριστοτέλη οτι η Αρχιτεκτονική δεν ανήκει στις καλές τέχνες . Στην εποχή της καταδάφισης των πάντων , τα έργα των ,παραμένουν όρθια , διαχρονικά και αξεπέραστα . Εργα υψηλής τέχνης και αισθητικής που αναδίδουν ψυχική ανάταση.
 Εδώ δεν ασχολούμστε  με την βιογραφία τους ή στην αναφορά των έργων τους αλλά προσπαθούμε να εισχωρήσουμε στην σκέψη τους , που παραμένει αθάνατη.όπως και τα έργα τους .

LE CORBUSIER - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ
Την Ελλάδα ο Le Corbusier την ανακάλυψε δυο φορές - το 1911 σαν νεαρός Charles Edouard Jeanneret διψασμένος για γνώση και περιπέτεια ξοδεύοντας την αμοιβή από την κατασκευή μιας έπαυλης για ένα μεγάλο μυητικό ταξίδι στην Ανατολή ( Αυστρία, Ουγγαρία, Βαλκάνια, Τουρκία, Ελλάδα, Ιταλία) και το 1933 σαν Le Corbusier, πια, στα πλαίσια του CIAM IV.
Ίσως η Ελλάδα, την πρώτη φορά, να του φανέρωσε τον Παρθενώνα - την καθαρή δημιουργία του πνεύματος, την ατομική και συλλογική ζωή των μοναστηριακών κοινοβίων του Άθω και να τον στιγμάτισε στην καλλιτεχνική, πνευματική αλλά και καθαρά ανθρώπινη διαμόρφωση του. Την δεύτερη φορά, όμως, οι προτροπές των ελλήνων φίλων του, τον πλοήγησαν στην μαγεία της Αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής, μιας αιώνιας αρχιτεκτονικής που ο ίδιος θα αποκαλύψει αργότερα πως η κάτοψη και η τομή ταυτίζονται απόλυτα με τις αναζητήσεις των μοντέρνων αρχιτεκτόνων και βεβαίως με τις δικές του. Το θαυμασμό του για το πρωτόγονο, το αρχαϊκό, το ελληνικό μέσα από αυτό το ταξίδι, το αποτυπώνει αργότερα σε κάποια κείμενα όπου αναφέρεται στην πλαστικότητα των μορφών, στο παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, στους απλούς, καθαρούς όγκους, χωρίς διάκοσμο, στο "σπίτι που στεγάζει τόσο έντονες αντιδράσεις και είναι από τη φύση του απαλλαγμένο από πλουμίδια ή μπιχλιμπίδια…". Και εξυμνεί την κατοικία, την κατοικία αυτή που είναι παντοτινή, διαιωνιζόμενη, αμετάβλητη, ζωντανή και πραγματική ανθρώπινη αντανάκλαση. Θαμπωμένος από την αρχιτεκτονική των Κυκλάδων, εξομολογείτε πως "είδε την αρχιτεκτονική", "ανακάλυψε ένα δρόμο γεμάτο δείγματα της καινούργιας πραγματικότητας" που γύρευε, αλλά φωτισμένο "με την αλήθεια των απλών ανθρώπινων σπιτιών".
Βέβαια, η πρώτη του νύξη για το παρελθόν γίνεται παλαιότερα με την καλύβα του πρωτόγονου. Στο 'Vers une architecture' (1923), περιγράφει το πρωτόγονο άνθρωπο σε μια διαδικασία κατασκευής του καταλύματος του και ενός πανομοιότυπου για το Θεό του. Σίγουρα, όμως κι εδώ, αυτό που έχει σημασία για τον αρχιτέκτονα, δεν είναι ο ίδιος ο πρωτόγονος άνθρωπος, ούτε τα χαρακτηριστικά της καλύβας του. Το σημαντικό είναι το πνεύμα, η ιδέα, το περιεχόμενο της πρωτόγονης καλύβας που αποτελεί πηγή γνώσης από τα "βάθη των αιώνων".
Αναλυτικότερα, όμως, για τη σημασία του παρελθόντος και με ιδιαίτερο βάρος στο ελληνικό, αναφέρεται στη συζήτηση με τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής (1942). Τονίζει στους νέους πως το παρελθόν στάθηκε ο μόνος δάσκαλος και καθοδηγητής του και πως έτσι θα έπρεπε να είναι για κάθε ισορροπημένο άνθρωπο που ασχολείται με την αρχιτεκτονική δημιουργία. "Ότι μας κληροδότησαν οι αιώνες, έχει μόνιμη ανθρώπινη αξία". Τα σημαντικότερα, όμως, κληροδοτήματα θεωρεί πως είναι τα έργα της ανώνυμης αρχιτεκτονικής που εκφράζουν το δημιουργικό πνεύμα μέσα από τις λαϊκές παραδόσεις, την αίσθηση της ενότητας και της αρμονίας με τους νόμους του τοπίου και του κλίματος, τις βαθιές και φυσικές ανάγκες των ανθρώπων με λύσεις δοκιμασμένες από τους αιώνες.
Έτσι, λοιπόν, ο αρχιτέκτονας αναπτύσσει μια σχέση με την Ελλάδα που στηρίχθηκε κυρίως στη μαγεία που ασκούσε σ' αυτόν το παρελθόν της. Δεν παρέμεινε, όμως, μόνο τέτοια. Ήταν μια σχέση αμφίδρομη και ίσως εν τέλει περισσότερο ενεργητική. Με το θεωρητικό και σχεδιασμένο έργο του κατάφερε να μαγέψει πολλούς αρχιτέκτονες του τόπου όσο κι αυτός από τον ίδιο τον τόπο. Κατάφερε να τους επηρεάσει όσο επηρεάστηκε και ίδιος από την αρχιτεκτονική της χώρας. Ενέπνευσε ένα σωρό άλλους, όπως εμπνεύστηκε κι αυτός από το ελληνικό πνεύμα. Η προσήλωση του "δασκάλου" στις αξίες της κλασσικής αρχιτεκτονικής και του κλασσικού τοπίου, η αγάπη του για την "πρωτόγονη", "λαϊκή", "ανώνυμη" αρχιτεκτονική και για τα φυσικά υλικά της καθώς και το ενδιαφέρον του για μια αρχιτεκτονική των "μαζών" και όχι των "εκλεκτών" εύκολα έπεισαν και για τις γνήσιες ελληνικές καταβολές του. Η προσιτή, κατασκευαστικά, "μοντερνικότητα" που προέβαλλε σε συνάρτηση με το τότε επίκαιρο αίτημα της "ελληνικότητας" - μακριά όμως από τη μορφολογική της εξάρτηση - δεν άργησαν να μετατρέψουν την Ελλάδα, ιδιαίτερα μεταπολεμικά, στη μεγαλύτερη βιομηχανία παραγωγής μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Πολλοί έλληνες αρχιτέκτονες εργάστηκαν στο ατελιέ του, έγιναν προσωπικοί του φίλοι, άλλοι προσπάθησαν να μεταφράσουν το έργο του, να το διδάξουν στις αρχιτεκτονικές σχολές, να το προσαρμόσουν στα τοπικά δεδομένα. Το σίγουρο είναι πως οι περισσότεροι σύγχρονοι του εδώ στην Ελλάδα συνήθως αυτοπροσδιορίζονταν σε σχέση μ' αυτόν και τη "νέα αρχιτεκτονική" που πρέσβευε: υποστηρικτές ή επικριτές, με ή χωρίς όρους.
Ο Άρης Κωνσταντινίδης φαίνεται να ήταν η εξαίρεση. Ένας αρχιτέκτονας, με μια ούτως ή άλλως εξαιρετικά πολύπλοκη προσωπικότητα. Ίσως ο μόνος, που προσπάθησε να καταλάβει, να "εξορύξει" την ιστορικότητα της αρχιτεκτονικής, την ιστορικότητα του τόπου και του τοπίου, με ένα άλλο τρόπο από τη συμβατική αντίληψη της παράδοσης, με μια "λαϊκή" οπτική και με όρους του μοντέρνου κινήματος αλλά χωρίς υπακοή στους επίσημους τρόπους του. Θα τολμούσαμε να πούμε πως ήταν ο μόνος με πρωτογενή στοιχεία κοινά με το Le Corbusier, παρόλο που ο ίδιος ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του μαθητή του. Μοντέρνος και αρχαιολάτρης αλλά πάντα με τη δική του πίστη στην αληθινή, την αιώνια αρχιτεκτονική.
Ποια, όμως, ήταν τα στοιχεία που κράτησε από το Le Corbusier; Σίγουρα, όχι τα μορφολογικά -τον κατηγορούσε άλλωστε για μορφοκράτη. Ούτε και τα τυπολογικά. Το σχεδιασμένο έργο του - που ίσως να μην είχε έρθει σε επαφή ποτέ μαζί του - μάλλον, τον άφησε αδιάφορο. Η φιλοσοφία του όμως για την αρχιτεκτονική, που φαίνεται να τη γνώριζε καλά από τα φοιτητικά του χρόνια στο Μόναχο, τον επηρέασε πάρα πολύ και τον οδήγησε σε μια πορεία "μοντέρνα", αλλά διαφορετική από τους υπόλοιπους μοντέρνους της Ελλάδας.
Κωνσταντινίδης και Le Corbusier: δυο αρχιτέκτονες που ίσως να μη συναντήθηκαν ποτέ αυτοπροσώπως αλλά που βάδιζαν παράλληλα στην αρχιτεκτονική και στη ζωή τους. Μεγάλες φυσιογνωμίες της αρχιτεκτονικής αλλά ταυτόχρονα αυταρχικοί, μηδενιστές, ιδιόρρυθμοι στις σχέσεις τους με τους πελάτες, αρνητικοί και επιθετικοί στις κριτικές τους, υπερπαραγωγικοί σε σχέδιο, γραπτό λόγο, σκίτσο, φωτογραφία, αυστηροί ελεγκτές των δημοσιεύσεων των έργων τους με ουσιαστικό σκοπό την προετοιμασία της υστεροφημίας τους, απόλυτοι στην πίστη τους για τη σωστή αρχιτεκτονική, μοναδικοί της σωτήρες. Και ίσως τελικά και οι δύο αυτόχειρες.

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ (για τον αρχιτέκτονα)
"Από την αρχιτεκτονική γνωρίζεις τη ζωή,
από τη ζωή γνωρίζεις την αρχιτεκτονική.
Χτίζω σημαίνει υπάρχω.
Χτίζω επειδή υπάρχω.
Υπάρχω επειδή χτίζω."
Είναι για τον Άρη Κωνσταντινίδη όσο και για το Le Corbusier η αρχιτεκτονική φιλοσοφία ζωής, ένας τρόπος να ζεις, σαν να μπαίνεις σε μια θρησκεία και πρέπει να πιστέψεις, να αφιερωθείς, να δοθείς. Περισσότερο από κάθε γραπτό έργο, οι ίδιες οι προσωπικές τους πορείες μαρτυρούν την απόλυτη ταύτιση τους μ' αυτήν. Μελετούν, γράφουν, σχεδιάζουν, δίνουν διαλέξεις, ταξιδεύουν , σκιτσάρουν, φωτογραφίζουν - μια αδιάκοπη παραγωγή. Για το Le Corbusier το "αληθινό πρόσωπο της αρχιτεκτονικής" είναι η συνύπαρξη της τεχνικής και της συνείδησης. Η τεχνική είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με το περιβάλλον του και αφορά τους τεχνικούς παράγοντες που απαιτούνται για την υλοποίηση της ιδέας, την αντοχή και τη διάρκεια του έργου. Είναι θέμα γνώσεων, λογικής, σοφής άσκησης και ταλέντου. Από την άλλη η συνείδηση είναι το νόημα της ύπαρξης, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι μια δοσμένη προσωπική αρετή, μια εσωτερική διεργασία που εξαρτάται από το χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Κατά συνέπεια, η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο γνώσεις (άρα δεν διδάσκεται), είναι ζήτημα γενικής παιδείας. Ο Κωνσταντινίδης ισχυρίζεται ακόμα πώς "το επάγγελμα της αρχιτεκτονικής είναι ένα λειτούργημα πνευματικής καλλιέργειας και υπεροχής". Κι επειδή "ο τρόπος που κτίζουμε είναι ο τρόπος που θέλουμε να ζούμε", εκφράζει ολόκληρο τον εσωτερικό μας κόσμο, τα ψυχικά και συναισθηματικά μας γνωρίσματα, ο αρχιτέκτονας οφείλει να ξέρει πώς πρέπει να ζει ο καθένας "έχοντας πιάσει το αληθινό νόημα της ζωής". Πρέπει να έχει πίστη, γιατί μόνο τότε θα έχει τιμή και η τιμή του είναι η αρχιτεκτονική.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ (για τον άνθρωπο)
Πέραν, όμως, απ' αυτή τη βιωματική σχέση σχεδιαστή - επαγγέλματος, η αρχιτεκτονική ορίζεται σαν μια βιολογική, φυσική ανάγκη του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου από τα βάθη των αιώνων. Και στους δύο ανάγεται σε ανάγκη προφύλαξης από τα εχθρικά στοιχεία του περιβάλλοντος, γίνεται πρώτα και κύρια ανάγκη να στήσουμε μια στέγη πάνω από τα κεφάλια μας, ένα καταφύγιο. Το κλασσικό επιχείρημα του Κωνσταντινίδη είναι μια φράση που δανείζεται πολύ συχνά από τον Όσκαρ Ουάϊλντ ο οποίος υποστηρίζει πως "αν η φύση ήταν άνετη, το ανθρώπινο γένος δεν θα είχε εφεύρει την αρχιτεκτονική'. Οπότε, αφού δεν μπορούμε να ζήσουμε γυμνοί στο ελεύθερο και ανοικτό τοπίο πρέπει να σκεπάσουμε το κορμί μας με κάποιο "ένδυμα". Η αρχιτεκτονική είναι βασικά και πρωταρχικά καλυπτική και μετά οτιδήποτε άλλο. Ο Le Corbusier, επίσης, αναφέρεται στη φυσική απασχόληση κάθε κοινωνίας που εγκαθίσταται κάπου, κάθε πολιτισμού που εμφανίζεται , πρώτα απ' όλα να στεγάσει τους ανθρώπους του, να τους προφυλάξει από την κακοκαιρία και τους κλέφτες, αλλά κυρίως να τους διαμορφώσει την ειρήνη ενός σπιτικού, ενός καταφυγίου. Η αποστολή των νέων αρχιτεκτόνων είναι να "προικίσουν τον σημερινό πολιτισμό με αξιοπρεπή κατοικία", να κτίσουν το σπίτι που αξίζει στους ανθρώπους, στη δουλειά, στα πράγματα, στους θεσμούς, στις ιδέες.
Η ΦΥΣΗ
Αφού, η αρχιτεκτονική έχει οριστεί σαν πρωταρχικά στεγαστική, σαν καταφύγιο και κατοικία, στην προβληματική βρίσκεται τώρα η πραγμάτωση της. Το πρώτο στοιχείο που θα την επηρεάσει είναι για τον Κωνσταντινίδη, αναμφίβολα, ο τόπος σε συνάρτηση με τις κλιματολογικές του συνθήκες. Τα κρύα, υγρά και σκοτεινά τοπία κατασκευάζουν μια αρχιτεκτονική "εσωτερική", ενώ σε τοπία φιλικά, η ζωή προβάλλεται προς τα έξω άρα και η αρχιτεκτονική γίνεται "εξωτερική". Είναι, ακριβώς, όπως η ενδυμασία που ντύνει το σώμα αναλόγως καιρού, μόνο που η αρχιτεκτονική πρέπει να προτείνει ανθεκτικότερα και μονιμότερα "ενδύματα", λιγότερο φθαρτά στο χρόνο. Ο Le Corbusier σημειώνει σε διάφορα κείμενα του πως το κλίμα κάθε τόπου επιβάλλει ιδιοτυπίες στη ζωή του ανθρώπου, ο οποίος βιολογικά έχει έφεση για φως. Σ' αυτή την παραδοχή πρέπει να γίνεται ο σχεδιασμός και πολλές φορές τεκμηριώνει το επιχείρημα του σχεδόν αυθαίρετα με επιλογές και λύσεις που σχεδίασε - το οριζόντιο παράθυρο, τις γυάλινες όψεις, τα πολεοδομικά σχέδια στο Αλγέρι.
Όμως, φύση δεν είναι μόνο το κλίμα, είναι το ίδιο το τοπίο αλλά και η θέα του. Στον έλληνα αρχιτέκτονα η φύση είναι η μητέρα της έμπνευσης, από εκεί εμπνέεται το έργο του και εκεί το αφιερώνει. Είναι ο καλός δάσκαλος στον οποίο πρέπει να μαθητεύσει (μέσα από τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο) όποιος θέλει να κτίζει αληθινά. Είναι ένας απόλυτος κόσμος, το αμόλυντο τοπίο στο οποίο τα κτίσματα πρέπει να φυτρώνουν όπως τα δέντρα και τα λουλούδια, να στέκουν μέσα στη φύση για να της κρατάνε συντροφιά, να βρίσκονται σε διαλογική συζήτηση μαζί της - και δεν υπάρχουν περιθώρια διαφωνίας. Το τοπίο είναι αυτό που του υποβάλλει "να κτίζει σωστά και αληθινά, να ενεργεί με σύνεση και σωφροσύνη". Είναι ταυτόχρονα η βάση για την αρχιτεκτονική και η συνέχεια της. Το σπίτι επεκτείνεται σ' αυτήν και αυτή εισχωρεί μέσα στο σπίτι. Ίδιες πεποιθήσεις αναπτύσσει και ο Le Corbusier που θεωρεί το τοπίο τροφή που προσφέρουν τα μάτια μας στις αισθήσεις μας. Είναι η βάση για την αρχιτεκτονική. Και το ανακάλυψε "με το σακίδιο στην πλάτη" στο μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή - πεδιάδες, υψώματα, μεγάλες υδάτινες επιφάνειες, πράσινο, βράχια, ουρανός, σκεπασμένο με χλόη και δάση, φραγμένο από ορίζοντες, ή με ανοικτή προοπτική. Ότι εμπεριέχει το τοπίο μπορούμε να το φέρουμε μέσα στα σπίτια μας. Και εξωτερικά τα κτίρια θα προσθέσουν στον τόπο.
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Από το 1940, που άρχισε επίσημα το συγγραφικό του έργο, μέχρι την αυτοχειρία του το 1993 ο Κωνσταντινίδης δεν έπαψε ποτέ να επικαλείται την "ανώνυμη" αρχιτεκτονική, τη φύση, τον τόπο, τον λαό, τα απλά και εφήμερα κτίσματα. Στο πρώτο έργο του "Δύο χωριά από τη Μύκονο", αφαιρεί από την αρχιτεκτονική όλη τη προσοχή και τη μεταθέτει στη φύση και στο δίδαγμα της. Δεν είναι τα ίδια τα κτίσματα που έχουν αξία, αλλά το περιεχόμενο, το πνεύμα, η αλήθεια τους. Ψάχνει να βρει μέσα από την καταγραφή των παλιών αθηναϊκών σπιτιών το αρχαίο ελληνικό σπίτι, μέσα από εφήμερες κατασκευές τη σοφία των απλών ανθρώπων, την αξία του αιώνιου. "Ότι καλό χτίσανε οι παλιοί ήτανε γιατί με το κάθε τους χτίσμα αντικατοπτρίζανε την κοινωνική τους ζωή και υπόσταση και γιατί κατασκευάζανε με την τεχνική και με τα υλικά του καιρού τους (-δηλ. με τις δυνατότητες που προδιαγράφανε τα υλικά και η τεχνική του καιρού τους), οπότε και έτσι βγαίνανε κάποιες μορφές, σε γενικά σχήματα και σε λεπτομέρειες κάθε φορά (-σε κάθε χρονική στιγμή) ένα σπίτι παραδοσιακό, επειδή ήτανε σύγχρονο, δηλ. αληθινό σε όλα του" . Δεν υπάρχει τίποτα νέο, γιατί το νέο είναι το αληθινό και το αληθινό και το γνήσιο υπάρχουν ανέκαθεν μπροστά μας. Απορρίπτει, φυσικά, όπως και o Le Corbusier την αναγέννηση, το νεοκλασικισμό και τους άλλους ρυθμούς αφού η αληθινή αρχιτεκτονική δεν έχει να κάνει με σκηνογραφήματα, αναφέρεται πάντα σε μια αρχαιότητα μέχρι το μεσαίωνα και σε πρωτόγονους λαούς. Αυτά, βέβαια, τα συναντάμε στο Le Corbusier από το Vers une architecture, τα κείμενα για την Ελλάδα αλλά και στη συζήτηση με τους φοιτητές. Εκεί λεει πως στα ανώνυμα αρχιτεκτονικά έργα οφείλουμε θαυμασμό, αγάπη και σεβασμό όπως ένας γιος προς τον πατέρα και ποτέ με την αυθάδεια και την απάθεια του καλομαθημένου παιδιού που αποφασισμένο να αποφύγει κάθε προσωπική προσπάθεια προτιμά να πουλά στους πελάτες του τη δουλειά των προγόνων του. Αυτό είναι ακαδημαϊσμός - ένας τρόπος, δηλαδή, να μην σκέφτεσαι και που ταιριάζει μόνο σε όσους φοβούνται τις ώρες αγωνίας και έρευνας και τελικά τη χαρά της ανακάλυψης. Όμως, πάνω απ' όλα, για το Le Corbusier η ανώνυμη αρχιτεκτονική είναι αντικείμενο μελέτης. Με τη γνώση αιώνων και σε συνδυασμό με τα εργαλεία της σύγχρονης τεχνικής, προτρέπει τους αρχιτέκτονες να ενωθούν σε μια προσπάθεια για συγκρότηση ενός καινούργιου - φολκλόρ - έργου που να εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων του μηχανικού πολιτισμού.
Τελικά το παρελθόν εμφανίζεται μόνο ως αξία, ποτέ ως τύπος. Η παράδοση είναι η μνήμη που μπορεί να σταθεί χρήσιμη στη σύγχρονη ζωή - ότι φτιάχνανε οι παλιοί με ένα δικό τους τρόπο το φτιάχνω κι εγώ, σήμερα, με ένα δικό μου τρόπο, η μια, αιώνια αλήθεια, που σε κάθε εποχή βρίσκει το δικό της πρόσωπο, τη δική της ταυτότητα. Η παράδοση είναι πρόοδος γιατί είναι η αδιάσπαστη αλυσίδα όλων των ανανεώσεων και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι η προβολή στο μέλλον.
Ο ΣΚΟΠΟΣ
"Ο ΧΡΟΝΟΣ και ο ΤΟΠΟΣ (-που είναι ο χώρος).
Το ΧΤΕΣ και το ΣΗΜΕΡΑ και το ΑΥΡΙΟ.
Η ΦΥΣΗ και η ΤΕΧΝΙΚΗ. Το ΕΙΜΑΙ και το ΕΙΜΑΣΤΕ.
Το ΕΓΩ και το ΕΜΕΙΣ.
Και πώς θα τα βάλουμε όλα αυτά κάτω από τον ιδιονε παρονομαστή, ώστε το κάθε ΕΡΓΟ που ΧΤΙΖΟΥΜΕ να είναι το ΤΕΛΕΙΟ, το ΑΡΤΙΟ, το ΑΝΑΓΚΑΙΟ, το ΜΟΝΑΔΙΚΟ, το ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ, το ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ και μαζί το ΟΜΟΡΦΟ, το ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ, το ΧΡΕΙΑΖΟΥΜΕΝΟ και στα ΜΕΤΡΑ που έχει ο κάθε άνθρωπος και στην ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ που απαιτούν το ΠΝΕΥΜΑ και η ΠΟΙΟΤΗΤΑ και η ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ και το ΗΘΟΣ και η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και ο ΝΟΥΣ και η ΨΥΧΗ και η ΚΑΡΔΙΑ."
Ο σκοπός και ο τελικός στόχος είναι η τελειότητα, η αλήθεια, η καθαρόαιμη αρχιτεκτονική που μόνο αυτοί μπορούν να προσφέρουν. Θα γίνει πραγματικότητα όταν οι αρχιτέκτονες προσέξουν τον άνθρωπο, τις πραγματικές του ανάγκες, τα κοινωνικά προβλήματα, το φυσικό περίγυρο, το κάθε τοπίο, ολόκληρη τη φύση,
Η αλήθεια είναι μόνο μια. Πρέπει, όμως, να τη ξαναβρίσκει κανείς κάθε τόσο, για να μην τη ξεχάσει, να μη τη χάσει. Όσο πιο συχνά την ανασύρει μέσα από τις πανάρχαιες αλήθειες, τόσο πιο αληθινό και σύγχρονο θα είναι το έργο του. Αληθινό είναι ότι έρχεται από τα περασμένα, θέλει να είναι καινούργιο και μπορεί να σταθεί σαν μελλοντικό. Ότι είναι αληθινό θα είναι και σύγχρονο, ότι πραγματικά σύγχρονο θα είναι και αληθινό.
Και οι δύο αρχιτέκτονες είχαν αναπτύξει τα επιχειρήματα τους για το τι είναι αληθινή αρχιτεκτονική σε πολλά γραπτά κείμενα και διαλέξεις με τρόπο τέτοιο που σίγουρα έπειθαν αναγνώστες και ακροατές. Παρόλα αυτά, είναι καταφανής η συνύπαρξη διαφορετικών κόσμων μέσα στο έργο αλλά και μέσα σε ολόκληρη τη κοσμοθεωρία τους τόσο που καμιά φορά φτάνουν και στην αυτοαναίρεση.
ΤΟΠΙΚΟ - ΥΠΕΡΤΟΠΙΚΟ
Το αγαπημένο τους τοπίο, το ελληνικό, με την ανώνυμη αρχιτεκτονική, το φως, τον ήλιο, τις σκιές δίνει σιγά - σιγά τη θέση του σε ένα τοπίο διεθνές. Η συνεχής αναφορά στη φύση, στο κλίμα, στο τοπίο μετατρέπονται σε νύξεις για το υπερτοπικό, το διεθνές, το παγκόσμιο. Η αληθινή αρχιτεκτονική μπορεί να γίνει στον κάθε τόπο και με το κάθε υλικό, άρα αν αυτοί ανακάλυψαν την αλήθεια και ένα υλικό κοινό για όλους τους τόπους - το μπετόν - τότε έχουν κάνει την υπέρβαση του τοπικού, έχουν γίνει υπερ-τοπικοί, το ίδιο γνήσιοι, αληθινοί και όμοιοι για όλους τους τόπους και για τον κάθε άνθρωπο. Η ανάδειξη της μοναδικότητας του κτίσματος, η υπερτοπική του αξία, η αδιαφορία για το φυσικό περιβάλλον τελικά συμπυκνώνεται στην λογική του Le Corbusier που με το σχέδιο στο χέρι αναζητούσε το κατάλληλο οικόπεδο για να χτίσει το σπίτι της μητέρας του.
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ
Στη μελέτη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής υπάρχουν δύο τάσεις, η μια που δίνει έμφαση σε μορφολογικές περιγραφές και η άλλη που τονίζει τη συμβολική πλευρά του έργου σε σχέση με θρησκευτικές και φιλοσοφικές έννοιες. (Πόλεις= εστίες άλυτων προβλημάτων και δυστυχίας, Ύπαιθρος = αρμονική ζωή και αμοιβαία εμπιστοσύνη). Μια ανεξήγητη και μυστηριακή δύναμη, ίσως η ίδια η φύση, έπλασε αυτά τα έργα και τα έστησε σοφά μέσα στο τόπο. Η ανώνυμη αρχιτεκτονική, σαφώς δεν εξαρτάται μόνο από το κλίμα, τη γεωγραφική θέση και τα ντόπια υλικά. Παρόλα' αυτά οι δύο αρχιτέκτονες αδιαφορούν για όλα, για τη διάρθρωση της κοινωνίας και τους πολιτισμικούς παράγοντες που δημιούργησαν την ανώνυμη-πρωτόγονη αρχιτεκτονική. Αδιαφορούν για την ιστορία, τη συνέχεια ή την τεκμηρίωση.
Η παράδοση για τους μοντέρνους είναι κάτι που διακόπηκε για 100 χρόνια (19ος αιώνας). Θεωρούν πως δεν υπάρχει παράδοση και συνέχεια και πως πρέπει να δημιουργήσουν αυτοί τη νέα παράδοση, στηριγμένη στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, επιχειρώντας να πιάσουν το νήμα μιας παράδοσης που είχε χαθεί κάτω από επιπόλαια στολίδια και απομιμήσεις. Οτιδήποτε χειροποίητο το θεωρούν μουσειακό αντικείμενο και η χειρονακτική παραγωγή αντικαταστάθηκε από τη βιομηχανοποιημένη και τυποποιημένη εν σειρά παραγωγή. Οι παραλλαγές στην αρχιτεκτονική που καθορίζονται από την επίδραση του τόπου αντικαθιστώνται με παραλλαγές που ακολουθούν τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Η μηχανή είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να παράγει συγκεκριμένο προϊόν - το κάθε αρχιτεκτόνημα να εξυπηρετεί απόλυτα τη λειτουργία του.
Το μοντέρνο κίνημα προσπάθησε επίμονα να κόψει τις ρίζες του πρόσφατου παρελθόντος για να οικοδομήσει έναν εντελώς καινούργιο κόσμο. Η επίκληση της παράδοσης, του πρωτόγονου γίνεται μόνο και μόνο για να προτείνουν την κατασκευή μιας νέας παράδοσης, της παράδοσης του ανθρώπου της μηχανοποιημένης εποχής και στη θέση του χειροποίητου, του τεχνίτη της πέτρας κλπ, να τοποθετήσουν το τυπικό για κάθε άνθρωπο σε κάθε τόπο, το minimum σπίτι, την τυποποίηση των "ΞΕΝΙΑ", τη βιομηχανική παραγωγή.
Ο ΧΡΟΝΟΣ : ΠΑΡΕΛΘΟΝ - ΠΑΡΟΝ - ΜΕΛΛΟΝ
Ο χρόνος για τους δύο αρχιτέκτονες μάλλον εκλαμβάνεται σαν μια κυκλική πορεία.
Το παλιό γίνεται σύγχρονο και το σύγχρονο, παλιό για τους νεότερους. Το παλιό φέρνει το πιο νέο και το πιο νέο, προσφέρεται για το μελλοντικό. Και όσο ότι παράγει σε αρχιτεκτονικά έργα η κάθε εποχή είναι γνήσιο και αληθινό, τόσο είναι που το "νέο" και στα αρχιτεκτονικά έργα της κάθε εποχής, δεν αντιπροσωπεύει τίποτα το εντελώς καινούργιο, παρά μονάχα μια τελειότητα του έργου που υποδηλώνει πως η γνήσια και αληθινή αρχιτεκτονική είναι μια, για όλους τους τόπους και για τον κάθε άνθρωπο. "Ο σκοπός που τάζει στον εαυτό του κάθε αρχιτέκτονας είναι να δημιουργήσει με το έργο του τα πλαίσια για μιαν άνετη και όμορφη κοινωνική ζωή, σχεδιάζοντας έργα που είναι για όλους καλά,- δουλεύει δηλαδή ο αρχιτέκτονας για έναν καλό και κοινό τρόπο ζωής, - για μια μορφή κοινή για όλους"
Η αληθινή αρχιτεκτονική, φορτισμένη με τη γνώση αιώνων δεν είχε γι' αυτούς ιστορική συνέχεια, γινόταν μια υπέρβαση της ιστορίας, μια επιστροφή στο τόσο αρχέγονο που δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Ούτε φαίνεται να βασίζεται στη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου - είναι μάλλον η νέα αρχιτεκτονική που προτείνουν άχρονη, υπερβατική, "μεσσιατική". Η αρχιτεκτονική τους, σαν η μόνη αληθινή, στηριγμένη στη γνώση όλων των γενεών από τον πρωτόγονο μέχρι σήμερα, εμπεριέχει το ΠΑΡΕΛΘΟΝ, καθώς εκφράζεται με τη σύγχρονη τεχνική, για τις απαιτήσεις του ανθρώπου της μηχανοποιημένης εποχής, είναι το ΠΑΡΟΝ, κι αφού δημιουργεί τη νέα παράδοση που έλειπε για περισσότερο από εκατό χρόνια, γίνεται το ΜΕΛΛΟΝ. Δανείζεται το παρελθόν, δημιουργεί το παρόν, μεταβιβάζει στο μέλλον…
Είναι μια μετάβαση σε κάτι εντελώς διαφορετικό που έρχεται να λυτρώσει και να γίνει το ίδιο ιστορία. Μοιάζει να είναι μια αντίστοιχη μετάβαση όπως του ανθρώπου στον Υπεράνθρωπο του Ζαρατούστρα.

ΠΙΚΙΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Αρχιτέκτονας και παράλληλα ζωγράφος, ποιητής, φιλόσοφος και στοχαστής, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο επιμένοντας να διδάσκει την ευαισθησία και τον σεβασμό στο περιβάλλον όταν γύρω του αποθέωναν το κέρδος και την κακογουστιά. Η κληρονομιά του είναι μερικές από τις ελάχιστες οάσεις αρχιτεκτονικής ομορφιάς της «έρημης πόλης» …

Αναζητώντας τον ιδανικό ορισμό για μια φυσιογνωμία όπως ο Δημήτρης Πικιώνης, επιλέγουμε τα λόγια του Γιάννη Τσαρούχη: «Είναι ο πρώτος αρχιτέκτων στην Ελλάδα που είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι η Αρχιτεκτονική είναι Τέχνη και Ποίησις».

Πολυσύνθετη προσωπικότητα, ο Πικιώνης προτίμησε να κρατήσει φυλαγμένη μέσα του τη μεγάλη του αγάπη για τη ζωγραφική, αλλά παρέμεινε πάντα μια καλλιτεχνική φύση που επέλεξε να υπηρετήσει την αρχιτεκτονική με την ψυχή ενός ποιητή και ζωγράφου. Οταν άρχισε να ασχολείται με την αρχιτεκτονική, οι εποχές ήταν δύσκολες. Το «μπόλιασμά» της με τα σύγχρονα τότε ρεύματα ήταν πολυτέλεια. Ακόμη πιο σκληρές αποδείχτηκαν όμως οι δεκαετίες της «ανοικοδόμησης» τότε που η τέχνη και η ευαισθησία ήταν υπό διωγμόν μέσα στον πυρετό του κέρδους και την εξυπηρέτηση των μικρών και μεγάλων συμφερόντων (επιτομή της νεότερης ελληνικής ιστορίας της αρχιτεκτονικής -και όχι μόνον). Ο Πικιώνης, όμως, δεν σταμάτησε ποτέ να διδάσκει ότι το περιβάλλον, δηλαδή η ζωή μας, έχει περισσότερο ανάγκη την ομορφιά από τα κέρδη, ακόμη κι όταν γύρω του «γκρέμιζαν τα τείχη» ενός κόσμου με ανθρώπινο πρόσωπο.
Από πολύ νωρίς ένιωσε μεγάλη αγάπη για τη ζωγραφική. Σ’ αυτήν αφιέρωσε ένα μεγάλος μέρος των σπουδών και της ζωής του ολόκληρης. Κι όμως, ποτέ δεν έβγαλε στο φως τους πίνακές του, τους οποίους ανακάλυψε η κόρη του, Αγνή Πικιώνη. Το 1904 μπαίνει στο Πολυτεχνείο για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Απέναντι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, φοιτούσε ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, με τον οποίο γίνονται στενοί φίλοι.
Δάσκαλος χαρισματικός, ιδιόρρυθμος, δυσνόητος για κάποιους, ο Πικιώνης δεν άφηνε ποτέ αδιάφορο το ακροατήριό του. Χαρακτηριστική η αφήγηση του ζωγράφου Γιώργου Μπουζιάνη. «Είχε κάτι το μυστηριώδες η ομιλία του. Αρχιζε πάντα χαμηλόφωνα, ύστερα η φωνή του δυνάμωνε χωρίς, όμως, ποτέ να γίνεται δυνατή. Και έπειτα, δεν ξέρω πώς, έσβηνε στο τέλος, σαν μέσα στο άπειρο. Σε ανάγκαζε να βρεις μόνος σου μέσα σε μιαν απεραντοσύνη τον τόπο όπου έτρεχε η δικιά του φαντασία. Πάντα, θυμάμαι, βρισκόμουν σε μια κατάσταση φόβου, μη τυχόν και χάσω το νήμα της ομιλίας του. Κάποτε, όμως, έριχνε ο ίδιος το φως μέσα στα μυστηριώδη και κρυμμένα νοήματά του και με παρέσυρε και μένα μέσα σ’ έναν μαγευτικό κόσμο».
Ενας άλλος ζωγράφος, ο Παναγιώτης Τέτσης, περιγράφει τον δάσκαλο Πικιώνη ως εξής: «Μιλούσε ψιθυριστά. Ελεγε για τον Σεζάν, τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες και τη λαϊκή τέχνη με προφανή σκοπό να εξάψει την αγάπη στους σπουδαστές για τις καλές τέχνες ώστε να τις πλησιάσουν. Αλλωστε είχε ως συνεργάτες καλλιτέχνες όπως τον Εγγονόπουλο, κάποτε, δε, καλούσε κι άλλους, όπως τον Τσαρούχη. Ορισμένοι από τους τότε νέους της Αρχιτεκτονικής είναι σήμερα κεφάλαια για την ελληνική τέχνη».
Ο Δημήτρης Πικιώνης χάρισε κάποια σπάνια «κοσμήματα» στην Αθήνα, με κορυφαίο τη διαμόρφωση του χώρου στον περίγυρο της Ακρόπολης, στον λόφο του Φιλοπάππου και στον Λουμπαρδιάρη. Ο τότε μαθητής του, αρχιτέκτονας Δημήτρης Αντωνακάκης, αφηγείται: «Είχα την τύχη να δουλέψω με τον Πικιώνη στην Ακρόπολη -ως φοιτητής- το καλοκαίρι του ‘56 και τον χειμώνα ‘56-’57. Μάθημα αξέχαστο, εμπειρία μοναδική κι ανεπανάληπτη. Τον έβλεπα λίγο. Ηταν απορροφημένος με το έργο στον Λουμπαρδιάρη και σπάνια τον πείθαμε να ανέβει μέχρι εμάς, που δουλεύαμε κάτω απ’ την Ακρόπολη. «Μας εμπιστευόταν», έλεγε. Εμπιστοσύνη που διδάσκει την υπευθυνότητα. Και η δουλειά πάνω στην Ακρόπολη είναι μια πράξη εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνη στους άλλους, σ’ αυτούς που θα ζήσουν το χώρο: Στα παιδιά, που τα παρακολουθεί έκθαμβος να παίζουνε κουτσό για να πατήσουν από πλάκα σε πλάκα -βαλμένη με τόση προσοχή δίπλα στις άλλες- αναγνωρίζοντας στην κίνησή τους τη χορευτική ερμηνεία της δικής του απόφασης. Στους γέροντες, που αναπαύονται στα τσιμεντένια πεζούλια ή που κοιτούν στοχαστικά τη γη, τις πλάκες, το χορτάρι που ξεφυτρώνει ανάμεσα, καθώς βαδίζουνε προσεκτικά από πλατύσκαλο σε πλατύσκαλο, κατεβαίνοντας».
Το ωραιότερο ίσως σπίτι που έφτιαξε είναι της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη (1949) στην οδό Κυπριάδου στα Πατήσια. Εξαίρετα δείγματα της τέχνης του θεωρούνται επίσης ο Παιδικός Κήπος της Φιλοθέης αλλά και το Δημοτικό σχολείο στα Πευκάκια. Παρόλο που θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα «μνημεία» του μοντερνισμού στην Ελλάδα, ο δημιουργός του δεν έμεινε ικανοποιημένος από την εικόνα του. Ο ίδιος αναφέρει ως χαρακτηριστικά έργα του την έπαυλη Ανω Φιλοθέης (1954), τον ξενώνα των Δελφών (1955) και το Αναπαυτήριο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη (1957) για να αποδείξει τη «σταθερή εμμονή που τα έργα τούτα -παρά τις κυμάνσεις- παρουσιάζουν εις το να δουλεύουν στο ίδιο ιδεώδες. Τούτο είναι φυσικό, αφού οι «αρχές» στις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Για τα λάθη των επιτευγμάτων μου δεν είναι υπόλογες οι αρχές τούτες, μα η λανθασμένη από λόγου μου ερμηνεία τους».
Δεν «φταίνε» οι αρχές, τα ιδεώδη· μόνον εμείς, που τα εφαρμόζουμε στραβά. Αυτό είναι ένα δίδαγμα που άφησε ο μεγάλος δάσκαλος Δημήτρης Πικιώνης, ο στοχαστής, ο ποιητής, ο φιλόσοφος . Δίδαγμα όχι, βέβαια, για τον ίδιο, αλλά για τους μετέπειτα. Που δεν ακολούθησαν ούτε αρχές ούτε ιδεώδη. Με τις γνωστές συνέπειες.
«Για μας ήταν ο άνθρωπος που κράταγε με πείσμα ανοιχτό τον κλεφτοπόλεμο απέναντι στην υλοποιημένη εικόνα μιας κοινωνίας που οι αξίες της περιορίστηκαν στη δύναμη και το κέρδος. Μιλώντας αλληγορικά, εντοπίζοντας την προσοχή μας στην ΑΡΕΤΗ, που την προσδιόριζε με στίχους του Σολωμού, του Σικελιανού και του Παλαμά, αποδεικνύοντας σε όσους τον παρακολουθούσαν ότι τίποτα δεν είναι εύκολο, ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Στην Αθήνα του ’50, το αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε λίγα κακοσχεδιασμένα και απλοϊκά κατασκευαστικά στερεότυπα. Η παρέμβαση του Πικιώνη σε αυτήν τη φάση της καθημερινής αρχιτεκτονικής πρακτικής με το ποιοτικό λεξιλόγιο που εισήγαγε δεν ήταν απλώς μια άλλη λογική, αλλά μια επανάσταση απέναντι στην αδιαφορία για AΥTO που χτίζεται και για τον ΛΟΓΟ που χτίζεται».
Σε μια στιγμή που μου μιλούσε για αυτά που κάνει πάνω στα σχέδια και τη ζωγραφική του, ξαφνικά, όπως συνήθιζε, διέκοψε και πρόσθεσε: «Δεν θέλω εγώ να τα κάνω αυτά, μα να γίνω αιτία να τα κάνουν άλλοι, η άλλη γενιά, άλλες γενεές». Τότε άρχισα κάπως να τον καταλαβαίνω. Είχα την εντύπωση ότι κρατούσε σπόρους στη χούφτα του και τους έριχνε περπατώντας πάνω στη γη και ήξερε πως κάποτε θα καρποφορήσουν. Είναι ένας άνθρωπος που ήξερε τι ζήταγε, που έφτασε να συνεχίζει και θα συνεχίζει πάντα αυτό που πιστεύει. Είμαι ευτυχής που γνώρισα από τόσο κοντά αυτόν το ξεχωριστό άνθρωπο και καλλιτέχνη».
«Λίγο περισσότερη ανθρωπιά, βαθύτερη νόηση και ψυχική ευαισθησία... και αλλάζουν όλα». Η φράση ανήκει στον Δημήτρη Πικιώνη και αποκαλύπτει το μυστικό της δημιουργίας του. Η ζωγραφική- αυτήν αγαπούσε πάνω απ΄ όλα- και η αρχιτεκτονική του διαπνέονταν από τα στοιχεία που ο ίδιος θεωρούσε πρωταρχικά στο έργο του, όπως μπορεί να διαπιστώσει και ο επισκέπτης της έκθεσης «Δημήτρης Πικιώνης1887-1968» η οποία παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για την παρουσίαση του συνόλου, σχεδόν, του έργου του Πικιώνη από το αρχείο του, το οποίο έχει περιέλθει από το 2001 στην κατοχή του Μουσείου- δωρεά της οικογένειάς του.


(Κείμενο γραμμένο καθ’ υπαγόρευση του Γιάννη Τσαρούχη στην Αγνή Πικιώνη το πρωί της 5ης Απριλίου 1987, στο σπίτι της, όταν ο ζωγράφος ανταποκρινόμενος σε πρόσκλησή της επισκέφθηκε και είδε τα ζωγραφικά έργα του Πικιώνη.)

Ο Πικιώνης, αν θέλουμε να καταλάβουμε ποιος είναι, πρέπει να τον δούμε σαν ένα Ευρωπαίο που μένει στην Ελλάδα και προσαρμόζεται σ’ αυτήν. Δεν είναι απ’ αυτούς που θέλουν να γίνουν εφάμιλλοι της Ευρώπης αλλά θέλει να κάνει ό,τι θά ‘κανε ένας Ευρωπαίος στην Ελλάδα. Η διαφορά αυτή είναι τεράστια γιατί όταν ο καλλιτέχνης θέλει να γίνει εφάμιλλος, εξαρτάται από το τι ονομάζει Ευρώπη. Όλοι αυτοί που πάνε ένα διάστημα ή και περισσότερο στην Ευρώπη τι βλέπουν και τι ξέρουν από Ευρώπη; Το πρόβλημα είναι αυτό. Η Ευρώπη των καφενείων και των άσκοπων συζητήσεων, ο καφές και το φολκλόρ του Παριζιάνικου δημιουργούν ένα εμπόδιο να καταλάβει κανείς τι είναι αληθινό και τι είναι ψεύτικο. Τι έχει κάνει γι’ αυτό ο κόσμος, παλιός και καινούργιος; Ο Έλληνας καλλιτέχνης που παίρνει στα σοβαρά την Ελλάδα είναι μοιραίο να έρθει σε αντίθεση με το επίσημο κράτος και με την ελληνική πραγματικότητα. Αυτό δίνει στον κάθε δημιουργό Έλληνα την δυσκολία να υπάρχει και να είναι διαφορετικός από τον Ευρωπαίο και τον Ανατολίτη.
Ο Πικιώνης θέλησε να τονίσει το γνήσιο από αυτά που τον περιστοίχιζαν, αφήνοντας απόλυτη ελευθερία να κάνει κανείς σφάλμα επ’ άπειρον αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ο Έλληνας που θέλει να κάνει ό,τι του κατέβει δεν δέχεται την παράδοση και θέλει να υπάρχει ξένοιαστος για το τι γίνεται, δημιουργώντας ένα επιπόλαιο και πληροφορημένο σχετικώς στυλ. Η σειρά των έργων με την οποία προσπαθεί να αποδώσει την Αττική, είναι επηρεασμένη από τη δουλειά του
Cezanne, αυτουνού δηλαδή που αλλάζει όλη την πορεία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Όταν οι άλλοι αντιγράφουν τους ακαδημαϊκούς με το σουξέ τους, ο Πικιώνης μένει ανεπηρέαστος και με τα τοπία του τα ελληνικά προσπαθεί να βρει την ουσία της σκέψεώς του. Να αποδώσει την Ελλάδα ουσιαστικά, φτάνει να προϊδεί την αφηρημένη τέχνη· κυνηγώντας το καλό, βρίσκει το Ελληνικό. Αυτές οι σπουδές με λάδι εκ του φυσικού δίνουν τη δυνατότητα στον Πικιώνη να ζήσει το δράμα της σύγχρονης ζωγραφικής. Είναι συγχρόνως τα σχέδια ενός αρχιτέκτονα τα οποία θα συμπληρωθούν από μια αρχιτεκτονική ανάλογη. Ξεκινάει από το Τοπίο για να φθάσει στην Αρχιτεκτονική και η Αρχιτεκτονική γι’ αυτόν είναι Ποίημα, στο οποίο οι πρακτικές ανάγκες και λύσεις στοιχειωδώς εξυπηρετούνται.
Πρέπει νά ‘ναι ωραίο αυτό που κάνουμε, έλεγε, κι έχουμε δικαίωμα να αρνηθούμε την πραγματικότητα όσο δυνατή κι αν είναι. Ο σκορπιός, έλεγε, εξυπηρετείται οργανικά με την κατασκευή του αλλά οι ανθρώπινες ανάγκες τον βρίσκουν περιττό και ειδεχθή. Είναι τέλειο πλάσμα και δεν θα τον θέλαμε παρ’ όλο που είναι οργανικά τα πάντα σ’ αυτόν.
Είναι ο πρώτος αρχιτέκτων στην Ελλάδα που είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι η Αρχιτεκτονική είναι Τέχνη και Ποίησις, κι έτσι είναι ένα πρόσωπο που παράλληλα με τη δημιουργία του ασκεί την αντιπολίτευση στην κατάσταση που δημιούργησαν οι διάφοροι «θετικοί» αρχιτέκτονες, που βάλλουν το
confort και την οργανικότητα παραπάνω από όσο είναι απαραίτητο. Η ζωγραφική του εκτός από την ποιότητά της, είναι υπέροχη, είναι συγχρόνως η καλύτερη προετοιμασία στην αρχιτεκτονική του. Τα έργα του, από τη σειρά φυσή και πολλά άλλα δείχνουν πάντα τη διπλή τους αξία, σαν προετοιμασία στην αρχιτεκτονική και σαν ζωγραφική δημιουργία. Οι δημιουργίες του, του 1930-50, οι καθαρά ζωγραφικές, αρχίζουν να γίνονται άλλο πράγμα με την προσπάθεια να κάνει μία ζωγραφική διακοσμητική και ποιητική μαζί. Θαρρείς πως είναι η ολοκλήρωσις του σχεδίου εκ του φυσικού, που τον οδηγεί στην ανεξαρτησία του και στην ελευθερία της ζωγραφικής του, που είναι μια παρομοίωσις και όχι μια αντιγραφή. Ένα νέο στοιχείο μεταφυσικό έρχεται στο φως και δίνει πάλι το περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής του αναζητήσεως. Βασίζεται σε ρυθμούς και ιδανικά λεπτεπίλεπτα που μόλις υπάρχουν και θέλει να τα βάλει σ’ έναν κόσμο στέρεο και έντονο. Κάποτε ο Le Corbusier μου είπε: «Θέλω να χτίσω σπίτια σαν τις Versailles, θέλω να κάνω τέχνη αλλά με στοιχεία σύγχρονα». Αυτό είναι ο πόθος κάθε καλλιτέχνη, να κάνει έργα που μία μοίρα τα διευθύνει και είναι ανεξάρτητα και πειθαρχούν σ’ έναν ανώτερο ρυθμό, που βγαίνει από μας και είναι πια η έκφρασις των πραγμάτων που είναι δικά μας και δεν είναι.

ΔΟΞΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κορυφαίος αρχιτέκτονας και οραματιστής πολεοδόμος, ο Δοξιάδης με τα έργα του επηρέασε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Ιεράρχησε τις ανθρώπινες ανάγκες και σχεδίασε πόλεις φιλικές και σύγχρονες. Οι θεωρίες του αναγνωρίζονται παντού, από την Ελλάδα ως τη Μέση Ανατολή και από την Βενεζουέλα ως τη Βόρεια Αμερική ...

Όταν ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης μελετούσε τα σχέδιά του, το μυαλό του λειτουργούσε μέσα από τα δεδομένα του μέλλοντος. Με άλλα λόγια, είχε επίγνωση της επερχόμενης πληθυσμιακής έκρηξης στον πλανήτη, της συρρίκνωσης της ποιότητας ζωής και της καταπίεσης που προκαλεί στους νέους η έλλειψη χώρου και διεξόδου. Σε αυτά δεν αντιπαρέβαλλε μονάχα τη μοντέρνα αισθητική που τον χαρακτήριζε, αλλά και την πρακτική ματιά ενός δημιουργού που, περισσότερο ακόμα και από την αρχιτεκτονική ή την πολεοδομία, αγάπησε τον άνθρωπο.
Για παράδειγμα, σχεδιάζοντας το Ισλαμαμπάντ δημιούργησε μια πόλη για δύο εκατομμύρια κατοίκους, ικανή να αναπτύσσεται απρόσκοπτα μέσα από φαρδιές λεωφόρους, που τα οικοδομικά της τετράγωνα συνδέονται με πρωτοποριακούς, για την εποχή, πεζόδρομους, προσφέροντας μια ανθρώπινη ανάσα, μια άλλη ποιότητα διαβίωσης στους κατοίκους της.
Ως προς την Αθήνα, ήταν της άποψης ότι τόσο το ιστορικό κέντρο όσο και τα μνημεία της έπρεπε να προστατευτούν. Εντούτοις, παρ’ ότι είχε από τότε τη φήμη του ξεχωριστού επιστήμονα (ή ίσως και λόγω αυτού), οι συμπατριώτες μας αγνόησαν τις μελέτες και τα σχέδια που υπέβαλε. Μισό αιώνα αργότερα, δεν μπορούμε να πούμε ότι δικαιώθηκαν.
Το 1954 ίδρυσε το τεχνικό γραφείο Δοξιάδη (Doxiadis Associates), μια ιδιωτική εταιρεία συμβούλων μηχανικών την οποία πλαισίωναν κορυφαίοι αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι (με πολλούς από τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά την περίοδο της Ανοικοδόμησης). Η εταιρεία έφτασε πολύ σύντομα να έχει γραφεία και στις πέντε ηπείρους, με προγράμματα τα οποία έτρεχαν σε σαράντα χώρες. Στο μεταξύ δεν έπαυε να παραθέτει διαλέξεις σε πολλά πανεπιστήμια της Αμερικής, καθώς και στην Οξφόρδη και το Δουβλίνο. Ευφυής, ορθολογιστής, οξύνους, είχε την ικανότητα να συνδυάζει τα μαθηματικά, τη στατιστική, τη φαντασία και τον κοινό νου, προκειμένου να εξασφαλίζει εφαρμόσιμες και οικονομικές λύσεις. Η διατριβή του, με θέμα τη διάταξη του χώρου στην αρχαία ελληνική πολεοδομία, δημιούργησε μεγάλη αίσθηση παγκοσμίως, καθώς υποστήριξε ότι οι αρχαίοι σχεδίαζαν τα κτίριά τους στον χώρο με βάση προοπτικές μετρήσεις. Ειναι αξιοσημείωτο ,αλλά και παντελώς άγνωστο ,οτι ο αρχιτέκτων και πολεοδόμος ήταν ό πρώτος που έδωσε τόση προσοχή στα στοιχεία και την ενέργεια του χώρου,σε σχέση με ενα οικοδόμημα .Ο ίδιος ερεύνησε και βρήκε μυστικές σχέσεις που κυριαρχούσαν  αφανώς στην αρχιτεκτονική των αρχαίων Ελλήνων,βασισμένες όλες στην αρμονία των αντιθέτων, που με την σειρά της ήταν κάποτε  κοινό γνώρισμα του πνεύματος της ανθρωπότητας .
""Στην Ολυμπία ,ευρισκόμενος κανείς στην κύρια είσοδο της Αλτεως ,στην ΝοτιοΑνατολική γωνιά του αρχαιολογικού χώρου ,το περίγραμμα του λόφου του Κρονίου,στα δεξιά,σχημάτιζε μια απαραίτητη ισορροπία με τον ναό του Διός στα αριστερά''
Στην ουσία βρισκόμαστε μπροστά σε ένα Ελληνικό φένγκ σούι , του οποίου τις νομοτέλειες θέλησε ο μεγάλος αρχιτέκτων να μεταφέρει και στην σύγχρονη επιστήμη.

«Όλοι διαπράττουμε αρχιτεκτονικά εγκλήματα», θα έγραφε το 1971 στο περιοδικό «Ekistics» για να εξηγήσει ότι εκείνη η μικρή κλίμακα των αρχαίων ελληνικών οικισμών αποτελούσε το μέτρο για μιαν αρχιτεκτονική της ανθρώπινης ευτυχίας. «Ως εγκληματίες πρέπει αυτό να το ομολογήσουμε εξαρχής. Δεν κατανοούμε την πόλη και δεν έχουμε την κατάλληλη αρχιτεκτονική για την εποχή μας. Κάποιοι θεωρούν τους αρχιτέκτονες υπεύθυνους γι’ αυτήν την αποτυχία. Έχουν δίκιο, αν σκεφτούμε ότι δεν αναφέρονται σε εξειδικευμένες πλευρές της Αρχιτεκτονικής ή σε όλους τους αρχιτέκτονες, αλλά στον μέσο αρχιτέκτονα, τον ειδικό στην κατασκευή των κελυφών (σ.σ. σπιτιών) τα οποία η ανθρωπότητα έχει απόλυτη ανάγκη».
Ως ορθολογιστής, ήταν και απόλυτα θαρραλέος. Και μέσα από τούτη τη σύμβαση ταλέντου και ειλικρίνειας, γινόταν χαρισματικός και μάγευε τα ακροατήριά του με την άνεση μέσα από την οποία διατύπωνε τις ιδέες του. «Για να καταλάβουμε το παρόν, πρέπει να κοιτάξουμε το παρελθόν», έλεγε και ξανάλεγε Και ιδού το αποτέλεσμα: η οικιστική, η θεωρία που θεμελίωσε και καθιέρωσε, διδάσκεται ακόμα στα πανεπιστήμια.
Στον μικρόκοσμό του ήταν ένας απλός και προσιτός άνθρωπος που αγαπούσε τη σύζυγό του, Έμμα, που λάτρευε τα παιδιά του, την Ευφροσύνη και τον Απόστολο, που του άρεσε να απαγγέλλει ποιήματα του αγαπημένου του Καβάφη (κυρίως το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους»), που έβρισκε καταφύγιο στα γουέστερν, στη μουσική του Χατζιδάκι και στο θέατρο. Τα χρήματα δεν τα αγάπησε ποτέ του. Λάτρης της λιτότητας τόσο στη δουλειά του, όσο και στη ζωή του, είχε δυο κοστούμια όλα κι όλα, ενώ έκανε τις μελέτες του χωρίς να πληρώνεται. Σεβόταν πολύ τους παλιούς μαστόρους, λάτρευε το ξύλο και την πέτρα και αξιοποιούσε πάντα τα φυσικά υλικά, που κάθε τόπος διαθέτει. Ακάματος δουλευτής, ξυπνούσε στις έξι το πρωί και συχνά εργαζόταν μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης μέρας. Και τον αθλητισμό τον είχε στο αίμα του, καθώς στα νιάτα του υπήρξε σπουδαίο ταλέντο στο άλμα εις ύψος. Από όλη αυτήν την πινακοθήκη των χαρακτηριστικών του, δεν θα μπορούσε να λείψει και η γραφή. Διότι ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης έγραφε μέχρι το τέλος της ζωής του με το πάθος ενός γεννημένου συγγραφέα (άφησε, μάλιστα, και δύο μυθιστορήματα, το «Μια απλή ιστορία» και το «Η πορεία των Λαών»). Πάνω από όλα, ωστόσο, βρισκόταν η Αρχιτεκτονική. Η Αρχιτεκτονική και ο Άνθρωπος.
«Η εντοπία», έλεγε, «πρέπει να μεριμνά για την ευτυχία και την ευημερία του Ανθρώπου. Οφείλει να φροντίζει και τα πέντε στοιχεία του ανθρωπόκοσμου: τη φύση, τον άνθρωπο, την κοινωνία, τα κελύφη και τα δίκτυα. Οφείλει να εξασφαλίζει αυτήν τη σύνθεση». Ο ίδιος την εξασφάλισε σε όλα του σχεδόν τα έργα. Τον Άνθρωπο σκεφτόταν όταν σχεδίαζε κτίρια, οικισμούς και πολιτείες, από τα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας και το «Απολλώνιο» στο Πόρτο Ράφτη, μέχρι τη Βαγδάτη, την Τέμα της αφρικανικής Γκάνα, το Ισλαμαμπάντ (πρωτεύουσα του Πακιστάν), τον Λίβανο και κάμποσες περιοχές σε μεγάλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών (Μαϊάμι, Ουάσιγκτον, Μπρούκλιν, Ντιτρόιτ), για να αναφέρουμε ένα μονάχα μέρος από τα έργα του που είναι διασκορπισμένα στον κόσμο. Να ήταν άραγε τυχαίο το ότι από το 1954 και μέχρι τον θάνατό του, το 1975, διατελούσε σύμβουλος σαράντα περίπου κυβερνήσεων, καθώς και του ΟΗΕ και της Διεθνούς Τράπεζας, σε θέματα οικιστικής ανασυγκρότησης; Ασφαλώς και όχι: ελάχιστοι είναι οι πολεοδόμοι παγκοσμίως που έχουν να επιδείξουν κάτι τέτοιο στη διάρκεια του εικοστού αιώνα.
 «Ελάχιστοι είναι οι πολεοδόμοι παγκοσμίως, το έργο των οποίων μπορεί να συγκριθεί ως προς τον αριθμό των ρυθμιστικών σχεδίων, ως προς τη διεθνή παρουσία, αλλά και ως προς τη θεματική ποικιλία των μελετών, με αυτό του Κωνσταντίνου Δοξιάδη», γράφει ο Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης στο εισαγωγικό σημείωμα που περιλαμβάνεται στην έκδοση «Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης, Κείμενα, Σχέδια, Οικισμοί». Φυσικά, στο τέλος δεν απομένουν παρά οι άνθρωποι που γεύονται τα έργα. Και σήμερα είναι εκατομμύρια εκείνοι που περπατούν τις διαδρομές που σχεδίασε το Γραφείο Μελετών Δοξιάδη και τις οποίες διηύθυνε ο ίδιος από το στρατηγείο του στην πλαγιά του Λυκαβηττού.
Στη διάρκεια της τεράστιας πορείας του ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης γνώρισε την αποθέωση, γεύτηκε τον φθόνο, βίωσε τον θαυμασμό και, πάνω από όλα, είδε απλούς ανθρώπους να τον ευγνωμονούν επειδή τους βοήθησε χωρίς αμοιβή. Ο ίδιος, ωστόσο, έλεγε πάντα ότι το καλύτερο κομπλιμέντο για τη δουλειά του το άκουσε από έναν πολύ στενό του φίλο, τον Γιάννη Τσαρούχη. Όταν του έδειξε τα γραφεία, που είχε σχεδιάσει για τον Όμιλο Δοξιάδη, τον ρώτησε πώς του φαινόταν η αρχιτεκτονική του χώρου. «Ποια αρχιτεκτονική;» του είπε ο Τσαρούχης. (δηλαδή ήταν , στα όρια της Τέχνης)
Το πιο εντυπωσιακό μέρος της πορείας του Δοξιάδη έχει να κάνει με το ότι σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, κατά τη δεκαετία του ’50, κατάφερε να ανέλθει στο διεθνές στερέωμα και να παραμείνει σε αυτό ως μια μεγάλη μορφή της ιστορίας της πολεοδομίας. Όταν ξεκίνησε η απογείωση της σταδιοδρομίας του, το 1954, ήταν σαράντα ενός ετών, και μέχρι τον θάνατό του το όνομά του συνδέθηκε με αναρίθμητους οικισμούς και νέες ή παλαιές πόλεις. Τα έργα που σχεδίασε και υλοποίησε αναμόρφωσαν ή έδωσαν ζωή σε μικρότερους οικισμούς, σε κοινότητες και πανεπιστημιουπόλεις, δημιούργησαν πρωτεύουσες και καθόρισαν το μέλλον μεγαλουπόλεων, ενώ είχαν επιπτώσεις με μεγάλο χρονικό βάθος στην εξέλιξη του χώρου περιφερειών σε χώρες διαφορετικών επιπέδων οικονομικής ανάπτυξης ή και του συνόλου του εθνικού γεωγραφικού χώρου αναπτυσσόμενων χωρών. Και ίσως να μην υπάρχει άλλος πολεοδόμος η δουλειά του οποίου να έχει επηρεάσει την ζωή τόσο πολλών ανθρώπων και το μέλλον τόσο πολλών κοινωνιών.)



Δημοσίευση σχολίου